Δύσκολες απαντήσεις σε ένα «εύκολο» ερώτημα

Δύσκολες απαντήσεις σε ένα «εύκολο» ερώτημα

19 Ιανουαρίου 2018

Του Γιώργου Πλειού*

Ως λογοκρισία μπορεί να εκληφθεί η παρεμπόδιση δημοσιοποίησης μιας πληροφορίας (για γεγονός, άποψη, στάση) ή πρόσβασης σε αυτή. Γι’ αυτό οι λογοκριτικές πρακτικές είναι εντονότερες στη δημόσια σφαίρα (ΜΜΕ, τέχνη κ.ά.), ιδιαίτερα από παράγοντες που μπορεί να ασκήσουν οικονομική και πολιτική με την ευρεία και τη στενή έννοια επιρροή (επιχειρήσεις, πολιτικοί θεσμοί, εκκλησίες, Academia κ.ά.).

Να γιατί θύματα της λογοκρισίας είναι συχνότερα δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες, καλλιτέχνες αλλά και όσοι κοινοποιούν τις σκέψεις τους σε ένα κοινό. Παρεμπιπτόντως, δεν υπάρχουν θύματα λογοκρισίας μεταξύ των μελών μιας σιωπηρής πλειοψηφίας ή μειοψηφίας.

Η παρεμπόδιση δημοσιοποίησης μπορεί να προέλθει από αυτολογοκρισία, από το εσωτερικό ενός θεσμού (εταιρεία, στρατός, οικογένεια, καλλιτεχνικός φορέας, κόμμα κ.ά.) -κάτι που οδηγεί στο φαινόμενο των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος (whistleblowers)-, ή εξωτερικά, από άλλες οργανώσεις/άτομα. Μπορεί να πραγματοποιηθεί μέσω ηθικής πίεσης (π.χ., δυσφήμηση, κοινωνικός αποκλεισμός), διοικητικών μέτρων ή αρνητικών και θετικών κυρώσεων (πρόστιμο, φυσική βία, απόλυση ή εξαγορά, πρόσληψη, προαγωγή, δυσμένεια, βράβευση κ.ά.), βάσει νομικού/ρυθμιστικού πλαισίου ή απλώς μέσω ισχύος.

Την παρεμπόδιση μπορούν να την ασκήσουν λογής πολιτικά και κρατικά στελέχη, ιεράρχες, εκπαιδευτικοί, δικαστικοί ή καλλιτεχνικοί φορείς, διευθυντές εταιρειών, εν γένει άτομα με εξουσία.

Ωστόσο, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η παρεμπόδιση/λογοκρισία ως μορφή απαγόρευσης αποτελεί στοιχείο κάθε κοινωνίας, περιλαμβανομένης και της σημερινής. Παρεμποδίζονται, λ.χ., η δυσφήμηση, η προσβολής προσωπικότητας κ.λπ., αλλά και άλλες μορφές με κοινωνικοπολιτικό αντίκτυπο, όπως η παιδική πορνογραφία, ο λόγος μίσους, η παρακίνηση σε διάπραξη εγκλημάτων κ.ά. Σε κάποιες χώρες απαγορεύονται ορισμένα πολιτικά σύμβολα, η αμφισβήτηση της γενοκτονίας των Εβραίων κ.λπ.

Συνεπώς, το θεμελιώδες ερώτημα δεν αφορά στην ύπαρξη, αλλά στη «νομιμοποίηση» της λογοκρισίας. Δηλαδή όχι αν (πρέπει να) υπάρχει, αλλά ποια λογοκρισία είναι αποδεκτή.

Το ποια λογοκρισία είναι αποδεκτή εξαρτάται από τις εκάστοτε ιστορικές συνθήκες. Κυρίως είναι προϊόν συσχετισμού δύναμης των οικονομικών, πολιτικών, αξιακών και ιδεολογικών φορέων. Το ερώτημα είναι ευρύ και επιμέρους όψεις του είναι: τα θέματα που είναι αποδεκτά (π.χ., η προσωπική ζωή των πολιτικών;), οι απόψεις που είναι αποδεκτές (π.χ., μπορεί να διδάσκονται στο κοσμικό σχολείο ισότιμα η θεολογική με την επιστημονική ερμηνεία της ανθρωπογένεσης;), τα κριτήρια της απαγόρευσης (μπορούν να είναι πολιτικά, θρησκευτικά, καλλιτεχνικά;), ποιος μπορεί να την ασκεί (λ.χ., διοικητικά προβλήματα είχε αντιμετωπίσει η κυκλοφορία από τον Καζαντζίδη τραγουδιών στα ποντιακά, σε στρατό και σώματα ασφαλείας ασκείται εσωτερικά στις προσωπικές απόψεις των στελεχών τους κ.ά.) κ.ο.κ.

Το ερώτημα συνεπώς που έχουμε μπροστά μας σήμερα είναι ποια λογοκρισία δεν είναι αποδεκτή στη δημόσια σφαίρα γενικώς και στα επιμέρους τμήματά της ιδιαίτερα. Δεν είναι εύκολο να απαντηθεί αυτό το ερώτημα. Καταρχάς, δεν είναι αποδεκτή η λογοκρισία που παραβιάζει την οικουμενική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου (συγκεκριμένα και επί της αρχής, λ.χ., κάθε ρατσιστικός λόγος). Δεν είναι αποδεκτή η τυπική ή άτυπη λογοκρισία που περιορίζει την πολιτιστική και γλωσσική ποικιλότητα (επί της αρχής ή με τυπικές και άτυπες κυρώσεις). Ή εκείνη που μπορεί άμεσα ή έμμεσα να επιβάλει ένας φορέας (λ.χ., εκκλησία, αστυνομία, στρατός, εκπαίδευση κ.ά.) και εν γένει φορείς δημόσιας εξουσίας έναντι των μελών τους, ιδιαίτερα δε έναντι τρίτων – αν δεν αιτιολογείται από ύψιστης κοινωνικής σημασίας λόγο.

Δεν είναι αποδεκτή η λογοκρισία που ασκούν άμεσα ή έμμεσα όσοι έχουν μόνο οικονομική και διοικητική δύναμη έναντι τρίτων. Δεν είναι αποδεκτή η λογοκρισία εκπαιδευτικών, πολιτικών, φιλοσοφικών, νομικών κ.ά. απόψεων, ει μη μόνο αν έρχονται σε σύγκρουση με την ισότητα των δικαιωμάτων.

Έτσι, δεν είναι αποδεκτή η λογοκρισία, λ.χ., με κριτήριο την προσβολή οποιωνδήποτε συμβόλων ή πεποιθήσεων. Διότι οι πεποιθήσεις και τα σύμβολα δεν μπορούν να νιώσουν προσβολή, ενώ η έννοια της προσβολής μιας πεποίθησης/συμβόλου είναι πολύτροπη και υποκειμενική, όπως και η σημασία τους. Καθένας μπορεί να ορίσει ως προσβολή μιας πεποίθησης/συμβόλου οποιαδήποτε κρίση. Το ίδιο αφορά στη σάτιρα κ.ά. μυθοπλαστικές εκφράσεις. Είναι όμως αποδεκτή η προσβολή του ατόμου/προσωπικότητας που ακολουθεί μια πεποίθηση/σύμβολο.

Κοντολογίς, δεν είναι αποδεκτή οποιαδήποτε λογοκρισία παρεμποδίζει την ανάπτυξη των δυνατοτήτων του ανθρώπου στη σύγχρονη κοινωνία της πληροφορίας. Συνεπώς, κάθε κράτος οφείλει να υψώσει θεσμικά εμπόδια εκεί απ’ όπου προέρχονται ο κίνδυνος και οι (άτυπες) πρακτικές λογοκρισίας.

Δυστυχώς, η λογοκρισία σήμερα γίνεται συχνά η λογο-κριτική, δηλαδή η αμφισβήτηση του δικαιώματος της κριτικής, συχνά εμπράκτως. Πρέπει όμως να διαλέξουμε. Δεν γίνεται να είμαστε και με τον Μεσαίωνα και με τη νεωτερικότητα. Είναι απαραίτητη η μέγιστη θεσμική προστασία της ελευθερίας του λόγου.

* Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, τ. Μέλος του Εποπτικού Συμβουλίου του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ελευθερία του Τύπου και των ΜΜΕ (ECPMF)

Το παρόν κείμενο δημοσιεύτηκε στο ένθετο ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ που κυκλοφορεί με την εφημερίδα «Νέα Σελίδα», 14/01/2018

Advertisements

ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ Ο διάλογος της Κεντροαριστεράς με την Αριστερά

ΙΔΕΟΓΡΑΜΜΑΤΑ

Ο διάλογος της Κεντροαριστεράς με την Αριστερά

4 Ιανουαρίου 2018

Του Φώτη Κουβέλη*

 Η περίοδος που διανύει η χώρα είναι κρίσιμη. Η έξοδος από τα μνημόνια θα υπάρξει. Την επιτροπεία, όπως τη γνωρίσαμε, θα αντικαταστήσει μια μορφή επιτήρησης για την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων έναντι των δανειστών. Αυτό θα σημάνει τη δυνατότητα της ελληνικής κυβέρνησης να κάνει χειρισμούς και να ασκεί οικονομική και κοινωνική πολιτική με σημαντικά στοιχεία αυτονομίας.

Η νέα σχέση της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία δείχνει να ανακαθορίζεται -με δεδομένα τα προβλήματα που δημιούργησε η δογματική εμμονή της στις πολιτικές της λιτότητας, με συνεπακόλουθη την υπονόμευση της συνοχής της και της εμπιστοσύνης των λαών της-, διαμορφώνει δυνατότητες για συγκεκριμένες διεκδικήσεις, με ιδιαίτερα σημαντική την ελάφρυνση του χρέους. Τις διεκδικήσεις αυτές ενισχύουν, άλλωστε, τα θετικά βήματα της ελληνικής οικονομίας.

Η αισιοδοξία της εκτίμησης ότι θα επαναπροσδιοριστεί η Ευρωπαϊκή Ένωση αναφέρεται στην παραδοχή ότι η υπεράσπισή της δεν μπορεί να είναι ένας τεχνοκρατικός εκσυγχρονισμός που αφήνει τη μισή ευρωπαϊκή κοινωνία έξω από την οικονομία και την εξέλιξή της. Δεν μπορεί να είναι η αποδυνάμωση των κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών στο όνομα του αυτοκαθορισμού του κάθε κράτους-μέλους.

Η οδυνηρή, σε πολλούς τομείς, περίοδος των μνημονίων είχε ως αποτέλεσμα τη μετατόπιση πολύ μεγάλου αριθμού πολιτών στην ανεργία, τη φτωχοποίηση σημαντικού μέρους του πληθυσμού, την απονεύρωση έως και διάλυση του παραγωγικού και οικονομικού ιστού της χώρας με κατάρρευση μεγάλων τμημάτων της μεσαίας τάξης, την αποσάθρωση των εργασιακών δικαιωμάτων και τη διεύρυνση των κοινωνικών και ταξικών διαφορών, αντιθέσεων και ανισοτήτων.

Ο αγώνας να σταθούν όρθιες η χώρα και η κοινωνία πρέπει να κερδηθεί με κοινωνικά δίκαιους όρους και ουσιαστική προοδευτική πολιτική. Δεν είναι ούτε εύκολη ούτε ευθύγραμμη η προσπάθεια. Έχει αντίπαλο τις συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες δυνάμεις. Έχει αντίπαλο τα κέντρα του οικονομικού και πολιτικού κατεστημένου στο εσωτερικό και το εξωτερικό της χώρας, που θέτουν προσκόμματα, επιδιώκοντας την έξοδο από την κρίση με τους δικούς τους πολιτικούς όρους και τα δικά τους συμφέροντα.

Στη νέα -ελπιδοφόρα, όπως εκτιμάται- περίοδο που ανοίγεται, χρειάζεται ένας προοδευτικός κοινωνικός και πολιτικός πόλος. Ένας προοδευτικός πόλος που θα στηρίζει τη μεγάλη προσπάθεια για τη δημοκρατία, τη δίκαιη ανάπτυξη, τον μετασχηματισμό της κοινωνίας και του κράτους, τις δημοκρατικές θεσμικές τομές και θα συμπαρατάσσεται στην απόκρουση των σχεδίων της νεοφιλελεύθερης πολιτικής και των εκφραστών της.

Στη χώρα διαμορφώνονται δύο πολιτικοί πόλοι: ο ένας βαθύτατα νεοφιλελεύθερος και συντηρητικός και ο άλλος προοδευτικός. Οι πολιτικές δυνάμεις του λεγόμενου ενδιάμεσου χώρου -είτε αναφέρονται ως «Κέντρο» είτε ως «Κεντροαριστερά» είτε ως «σοσιαλδημοκρατικές»- δεν μπορούν να νίπτουν τας χείρας τους. Δικαιώνοντας τον αυτοπροσδιορισμό τους, πρέπει να αναζητήσουν συγκλίσεις με την Αριστερά και να κλείσουν επί της ουσίας το κεφάλαιο της συμπόρευσης με τη νεοφιλελεύθερη πολιτική. Οι προοδευτικές δυνάμεις, εάν θέλουν να είναι πράγματι προοδευτικές, δεν μπορεί να είναι ουδέτεροι παρατηρητές της σύγκρουσης μεταξύ της προοδευτικής και της συντηρητικής πολιτικής και να μένουν ανενεργές σε ό,τι αφορά στις συμμαχίες τους. Η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα και η δυσκολία του εγχειρήματος της προοδευτικής διακυβέρνησης υπαγορεύουν τις ευρείες κοινωνικές και πολιτικές προοδευτικές συνεργασίες και συμπλεύσεις.

Ο αναγκαίος διάλογος της Κεντροαριστεράς με την Αριστερά προϋποθέτει την απομάκρυνση της Κεντροαριστεράς από τη σημερινή πολεμική ατμόσφαιρα που επιλέγει η αξιωματική αντιπολίτευση. Η ομαλοποίηση των σχέσεων της Κεντροαριστεράς με την Αριστερά δεν αντιστρατεύεται την προσπάθεια του αυτοπροσδιορισμού της ούτε οδηγεί στον ετεροκαθορισμό της από τον ΣΥΡΙΖΑ. Η αντιπαράθεσή της στη νεοφιλελεύθερη πολιτική, στους φθοροποιούς τακτικισμούς και στην καταστροφολογική αντιπολίτευση της ΝΔ θα μπορούσε στρατηγικά να διαμορφώσει στοιχεία και προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός προοδευτικού πόλου.

Η αντίθεση προοδευτικών και συντηρητικών δυνάμεων εξακολουθεί να είναι παρούσα, με δεδομένες και υπαρκτές τις ανάγκες της κοινωνίας και τις ανισότητές της, που τροφοδότησαν με ιδιαίτερη ένταση οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες.

* Επικεφαλής της Ενωτικής Κίνησης Ευρωπαϊκής Αριστεράς (ΕΚΙΕΑ)

«Βουτιά» των ποσοστών του SPD σε νέα δημοσκόπηση

Σάββατο, 20-01-2018

ΝΕΑ ΣΕΛΙΔΑ

«Βουτιά» των ποσοστών του SPD σε νέα δημοσκόπηση

20 Ιανουαρίου 2018

Αρνητικό ρεκόρ καταγράφουν τα δημοσκοπικά ποσοστά του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος (SPD) μόλις μία μέρα πριν από το έκτακτο συνέδριο στο οποίο θα κριθεί η συμμετοχή ή όχι του κόμματος σε διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό «μεγάλου» συνασπισμού.

Σύμφωνα με το «Πολιτικό Βαρόμετρο» του δεύτερου καναλιού της γερμανικής δημόσιας τηλεόρασης ZDF, το SPD σημειώνει απώλεια τριών μονάδων από την προηγούμενη μέτρηση και πέφτει στο 20%, ενώ η Χριστιανική Ένωση (CDU/CSU) κερδίζει μία μονάδα και βρίσκεται στο 33%. Τα ποσοστά της Εναλλακτικής για την Γερμανία (AfD) παραμένουν στο 12%, των Φιλελευθέρων (FDP) στο 8%, των Πρασίνων στο 12% και της Αριστεράς στο 10%.

Σε ό,τι αφορά την Άγγελα Μέρκελ, η προοπτική να ξαναγίνει Καγκελάριος θεωρείται σήμερα «καλή» από το 54% των ερωτηθέντων, ενώ την ίδια απάντηση είχε δώσει ακριβώς μετά τις εκλογές το 62%. Μόνο το 38% πάντως θεωρεί καλό το αποτέλεσμα των διερευνητικών συνομιλιών, ενώ το 41% έχει αντίθετη άποψη.

Ξεκάθαρη ωστόσο είναι η εκτίμηση της κοινής γνώμης σε ό,τι αφορά το ποιο κόμμα επέβαλε τις απόψεις του σε αυτές τις συνομιλίες. Το 63% απαντά ότι ήταν το Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα (CDU) της κυρίας Μέρκελ, το 50% οι Βαυαροί Χριστιανοκοινωνιστές (CSU) και μόνο το 24% το Σοσιαλιστικό Κόμμα (SPD). Η στήριξη στον «μεγάλο» συνασπισμό βρίσκεται στο 45%, ενώ το 64% εκτιμά ότι το SPD θα αποφασίσει τελικά να συμμετάσχει στις διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβέρνησης με την Ένωση.

Σχόλιο μας Στήνουν δημοσκοπήσεις νίκης οι νεοφιλελεύθεροι και τα εξαπτέρυγα !!!

Γελάνε με τη μέτρον ανάλυση και τα Νέα πολλοί αναγνώστες

ΝΔ: Προβάδισμα 10,5 μονάδων έναντι του ΣΥΡΙΖΑ

20 Ιαν. 2018, 12:59

Κατά 10,5 ποσοστιαίες μονάδες προηγείται η Νέα Δημοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ, σύμφωνα με δημοσκόπηση της Metron Analysis που δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Τα Νέα Σαββατοκύριακο», φλερτάροντας με την αυτοδυναμία.

Συγκεκριμένα, στην εκτίμηση εκλογικού αποτελέσματος, η Νέα Δημοκρατία συγκεντρώνει ποσοστό 34,5%, ποσοστό, που υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε να οδηγήσει σε απόλυτη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ συγκεντρώνει ποσοστό 24,9%.

Αντίθετα, η ανάσχεση της πτωτικής τάσης του ΣΥΡΙΖΑ, όπως και των ποσοστών του Αλέξη Τσίπρα, είναι περιορισμένη και δεν επιτρέπει ουσιαστικές προσδοκίες από την πλευρά της κυβέρνησης για μια ανατροπή σκηνικού.

Στη νέα δημοσκόπηση επιβεβαιώνεται εκ νέου, η υπεροπλία του Κυριάκου Μητσοτάκη έναντι του Αλέξη Τσίπρα ως προς την καταλληλότητα για την πρωθυπουργία, ενώ συντριπτικό είναι το προβάδισμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης και στη παράσταση νίκης.

Διψήφιο ποσοστό αγγίζει το Κίνημα Αλλαγής (9,8%) υπερβαίνοντας και στη νέα μέτρηση τα ποσοστά που συγκέντρωναν μέχρι πρότινος μαζί η ΔΗΣΥ και Το Ποτάμι, ενώ οι εξελίξεις στο Σκοπιανό, όπως και ο κύκλος κινητοποιήσεων που άνοιξε για τους πλειστηριασμούς, τις διατάξεις για τις απεργίες κ.ά., προσφέρουν ζωτικό χώρο σε μικρότερα κόμματα, όπως η Ενωση Κεντρώων με ποσοστό 3,2% ή εξωκοινοβουλευτικούς σχηματισμούς, όπως η Πλεύση Ελευθερίας (2,7%) και η Ελληνική Λύση (1,9%), ενώ το ΚΚΕ συγκεντρώνει ποσοστό 6,9%, η Χρυσή Αυγή 6,6% και οι ΑΝΕΛ 2,9%.

• Διαβάστε επίσης: Δημοψήφισμα για την ονομασία της ΠΓΔΜ θέλουν οι Έλληνες

in.gr

Σήμα κατατεθέν η ασημαντότητα

Σήμα κατατεθέν η ασημαντότητα

Δημοσιεύθηκε 20 Ιανουαρίου 2018 – 

του Γιώργου Τζεδάκη  – 

Όταν ο Κορνήλιος Καστοριάδης έγραφε το 1995 για την “άνοδο της ασημαντότητας”, κανείς, ίσως, απ’ όσους τον διάβασαν (πιθανόν ούτε και ο ίδιος ο στοχαστής) δεν μπορούσε να φανταστεί ότι 20 χρόνια μετά, η ασημαντότητα θα γινόταν το σήμα κατατεθέν της ελληνικής κοινωνίας και της ίδιας της χώρας. Στη σημερινή Ελλάδα, οι ασημαντότητες βρίσκονται στις κορυφές του ιδιωτικού και δημόσιου βίου, αφού κάποιες άλλες ασημαντότητες φρόντισαν γι’ αυτό.

Η αμάθεια, ή ακόμα χειρότερα η ημιμάθεια, η έλλειψη αξιών, αρχών και αξιοπρέπειας είναι τα “όπλα” ενός αφανούς κινήματος που έχει αναγάγει την ασημαντότητα σε διαβατήριο προσωπικής, κοινωνικής και φυσικά πολιτικής ανέλιξης. Και αν το αμερικανικό όνειρο είναι αυτό που δίνει τη δύναμη στον κάθε πολίτη να διεκδικήσει την επιτυχία στη ζωή του, ο ελληνικός εφιάλτης είναι αυτός που επιτρέπει στους ασήμαντους να ανέβουν τα σκαλοπάτια της επιτυχίας, πατώντας, όμως, επί αξιόλογων συμπολιτών τους.

Φυσικά υπάρχουν και εξαιρέσεις, που απλά επιβεβαιώνουν τον κανόνα της ασημαντότητας που διέπει την κοινωνία μας. Προ ημερών, ο Θεόδωρος Πάγκαλος είπε πως είμαστε ένας “ηλίθιος λαός” και δυστυχώς έχει δίκιο! Μόνο ένας τέτοιος λαός θα έφερνε σε ύπατα αξιώματα συμπολίτες του, όπως ο Πάγκαλος, και αναρίθμητους άλλους, οι οποίοι κόσμησαν ή κοσμούν το πάνθεον της ασημαντότητας.

Δεν έχει νόημα να αναφερθούμε ονομαστικά σε όλους αυτούς που αν εμείς δεν τους εκλέγαμε βουλευτές, πιθανόν δεν θα τους ήξερε ούτε η μάνα τους. Και δεν έχει νόημα, επειδή πολύ απλά δεν φταίνε αυτοί, αλλά εμείς, που επιλέξαμε τη δική τους ασημαντότητα για να εκπροσωπήσει τη δική μας. Και επειδή η άνοδος της ασημαντότητας συναντάται σε όλα τα κοινωνικά στρώματα και σε όλες τις επαγγελματικές τάξεις, ίσως ήρθε ο καιρός μιας άλλης επανάστασης. Της επανάστασης των τελευταίων ικανών!

Φεντερίκο Φελίνι: Ένα παιδί ζωγραφίζει στο σελιλόιντ

Φεντερίκο Φελίνι: Ένα παιδί ζωγραφίζει στο σελιλόιντ

10:14 | 20 Ιαν. 2018 Τελευταία ανανέωση 10:15 | 20 Ιαν. 2018

Γιώργος Ρούσσος

Στις 20 Ιανουαρίου του 1920, γεννήθηκε ο σπουδαίος Ιταλός σκηνοθέτης Φεντερίκο Φελίνι. Ένας δημιουργός που τόλμησε να δοκιμάσει πέρα από νόρμες και κανόνες, δημιουργώντας το δικό του μαγικό σύμπαν, αλλάζοντας για πάντα το μέλλον της 7ης Τέχνης.

«Δεν είναι η δική μου μνήμη που κυριαρχεί στις ταινίες μου. Tο να πει κανείς ότι οι ταινίες μου είναι αυτοβιογραφικές, είναι μια αβασάνιστη κρίση, μια βιαστική ταξινόμηση. Έχω επινοήσει σχεδόν τα πάντα: παιδική ηλικία, προσωπικότητα, νοσταλγίες, όνειρα, αναμνήσεις, για την καθαρή απόλαυση του να μπορέσω να τις αφηγηθώ. Mε την έννοια του ανέκδοτου, της πραγματικής βιογραφίας, στις ταινίες μου δεν υπάρχει τίποτα. Aυτό που ξέρω είναι ότι επιθυμώ να αφηγηθώ. Πραγματικά, η αφήγηση είναι το μόνο παιχνίδι με το οποίο αξίζει να παίζει κανείς. Eίναι ένα παιχνίδι, που για μένα, για τη φαντασία μου, για τη φύση μου, έχει την δική του αναγκαιότητα.» Φεντερίκο Φελίνι

Ο Φεντερίκο Φελίνι, γεννήθηκε στις 20 Ιανουαρίου του 1920 στο Ρίμινι της Ιταλίας. Όταν έγινε 12 ετών, το έσκασε από το σπίτι του για να ακολουθήσει ένα τσίρκο. Ίσως αυτό να εξηγεί και την αγάπη του για τους κλόουν που εμφανίζονται συχνά πυκνά στα έργα του.

Στα 17 του εγκατέλειψε την ηρεμία της επαρχιακής λουτρόπολης, στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, για να πάει στη Ρώμη. Εκεί έζησε αρχικά σαν σκιτσογράφος και στη συνέχεια γράφοντας παρλάτες και σκετς για κομφερανσιέ και άλλους καλλιτέχνες του music hall. Το 1943, σε ηλικία 23 ετών, παντρεύτηκε την ηθοποιό Τζουλιέτα Μασίνα, πλάι στην οποία έζησε 50 χρόνια, μέχρι το θάνατο του στις 31 Οκτωβρίου του 1993.

Γεννημένος στο Ρίμινι της Ιταλίας, το 1920, ο Φελίνι παίρνει το βάπτισμα του πυρός στα κινηματογραφικά δρώμενα της εποχής δίπλα στον Ρομπέρτο Ροσελίνι. Συμμετέχει έτσι ουσιαστικά ως συν-σεναριογράφος και βοηθός σκηνοθέτη στη δημιουργία θεμελιωδών ταινιών του μεταπολεμικού ευρωπαϊκού κινηματογράφου όπως το «Rome, Open City» του 1945, αλλά και το «Paisà» του 1946. H γνωριμία και η φιλία του αυτή με τον Ροσελίνι θα τον επηρεάσει σημαντικά στην μελλοντική του πορεία.

Το 1950 μαζί με τον Alberto Lattuada σκηνοθετεί το «Variety Lights» και δύο χρόνια μετά ο Φελίνι, παρουσιάζει την πρώτη ταινία την οποία σκηνοθετεί αποκλειστικά ο ίδιος. Ο λόγος για το, «Λευκός Σεΐχης» (Sceicco Bianco) του 1952. 

Tο φιλμ, παρουσιάζει ένα ζευγάρι από την επαρχία, την Βάντα και τον Ιβάν, που καταφθάνουν στη Ρώμη, για το γαμήλιο ταξίδι. Κι ενώ ο σχολαστικός Ιβάν, είναι εντελώς απορροφημένος με τις κονφορμιστικές του δραστηριότητες, η Βάντα επωφελείται της ευκαιρίας για να ψάξει τον Λευκό Σεΐχη. Τον λατρευτό πρωταγωνιστή δηλαδή, μιας σειράς φωτορομάντζων που δημοσιεύεται σ’ ένα περιοδικό ευρείας κατανάλωσης.

Η αλήθεια είναι ότι το σκηνοθετικό αυτό ντεμπούτο του Φεντερίκο Φελίνι, κάθε άλλο παρά επιτυχημένο, χαρακτηρίστηκε. «Η απόπειρα του Φελίνι ως σκηνοθέτη είναι αναμφίβολα χωρίς ερέθισμα», είναι τα σχόλια των κριτικών της εποχής, με αποτέλεσμα η ταινία να αποσυρθεί απ’ όλες σχεδόν τις αίθουσες μέσα σε λίγες μόνο ημέρες. Ανάμεσα στις αιτίες της ολοκληρωτικής αποτυχίας, προστίθεται και η αληθινή αντιπάθεια που ο ηθοποιός Alberto Sordi, προκαλούσε στο κοινό του κινηματογράφου της εποχής εκείνης.

Είναι κι αυτός ένας από τους λόγους για τους οποίους ο Φελίνι, θέλοντας πάλι τον Sordi ως πρωταγωνιστή και στην επόμενη ταινία του, τους «Vitelloni», αντιμετωπίζει πολλές δυσκολίες στην πραγματοποίησή της. Όταν μάλιστα μετά από πολλές ατυχίες η ταινία φτάνει στο τέλος, το όνομα του Alberto Sordi συνεχίζει να αποτελεί ένα σοβαρό πρόβλημα στη διανομή. Κρίνεται λοιπόν απαραίτητο ν’ αφαιρέσουν τ’ όνομά του από τα προγράμματα καθώς και από τις πρώτες 50 κόπιες της ταινίας…

Oι χώροι του Φελίνι, δρόμοι, ηλιόλουστες πλατείες, μισοφωτισμένα νυχτερινά σοκάκια, συνοικιακά θέατρα, παλιές κινηματογραφικές αίθουσες, έρημες παραλίες, διαπερνούνται όλοι από την πνοή του φανταστικού. Είναι ακαθόριστοι, διφορούμενοι, θαρρείς στοιχειωμένοι. O Φελινικός κόσμος είναι μια πραγματική αυλή των θαυμάτων.

Βρισκόμαστε σε μια μικρή παραλιακή πόλη της Ρομάνια. Το καλοκαίρι κοντεύει να τελειώσει. Μια νεροποντή διακόπτει τη γιορτή όπου τελικά ο Ρικάρντο βρίσκει την ευκαιρία να επιδειχθεί σαν τραγουδιστής. Μέσα στην αναταραχή που ακολουθεί ανακαλύπτουν ότι η Σάντρα, αδερφή του Μοράλντο, είναι έγκυος από τον Φάουστο.

Οι γονείς συμφωνούν να επανορθώσουν με γάμο. Η μικρή πολιτεία ξαναπέφτει στην επαρχιακή μελαγχολία του χειμώνα. Αν και δεν είναι πια τόσο νέοι, οι φίλοι του Φάουστο περνούν τις μέρες τους άσκοπα, χαζεύοντας στα καφέ και κάνοντας παιδικά αστεία ενώ συντηρούνται από τις οικογένειές τους. Είναι «Τα Βουτυρόπαιδα» (Vitelloni)

1952, και οι «Vitelloni» προβάλλονται στη Βενετία ακριβώς έναν χρόνο μετά τον «Λευκό Σεΐχη». Για τον Φελίνι, αυτή είναι η αληθινή και πρώτη, μεγάλη επιτυχία. Πως γεννήθηκε όμως αυτό το πολυβραβευμένο φιλμ;

Λοιπόν, η βασική ιστορία γράφτηκε μέσα σε 15 περίπου μέρες. Τα χειμωνιάτικα βράδια, οι περίπατοι στο τέλος του φθινοπώρου με τη θάλασσα κρυμμένη από την ομίχλη, τα βλακώδη και άγρια αστεία των φίλων, η μυθική προσμονή του καλοκαιριού, όλα αυτά δεν είναι παρά οι αναμνήσεις του Φεντερίκο από το Ρίμινι.

O Φελίνι υπήρξε ένας απόλυτος κινηματογραφικός δημιουργός. Mε το έργο του δεν απεικόνισε απλώς την πραγματικότητα, αλλά κατασκεύασε, με τα ίδια του τα χέρια, έναν φανταστικό κόσμο από σκιές και φως. Πνεύματα και φαντάσματα, σκιές κατοικημένες από υπάρξεις φυσιολογικές, αλλά ταυτόχρονα και φαντασιακές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, αποτελεί το «Λα Στράντα» (La Strada)του 1954.

Η αυλαία ανοίγει με τον Ζαμπανό (Anthony Quin), έναν τσιγγάνο που δίνει παραστάσεις στις πλατείες των χωριών. Πρωτόγονος και βίαιος, αγοράζει για λίγα χρήματα την αφελή αλλά και ευαίσθητη Tζελσομίνα (Giulietta Masina) από την φτωχή οικογένειά της. Μαζί πια, θα συνεχίσουν τη νομαδική ζωή τους.

Η ταινία δεν είναι παρά μια τεράστια, περιπλανώμενη και φανταστική γιορτή, που οδεύει στους σκονισμένους δρόμους, της απίθανα μοναχικής μιζέριας, καταλαμβάνοντας έτσι μια αδιάφορη και απολίτικη χώρα. Μοναδική στον ρόλο της η Τζουλιέτα Μασίνα, αποδεικνύει απλά γιατί δικαίως συγκαταλέγεται ανάμεσα στις σημαντικότερες ερμηνεύτριες της εποχής της.

Ακολουθούν το 1955 οι «Σκιές του Υποκόσμου» (Il Bidone). Πανούργοι και κακοντυμένοι απατεώνες, κάνουν εδώ την εμφάνιση τους. Αλλά σχεδόν πάντα τελειώνουν τις δουλειές τους αναίμακτα, λόγω δειλίας. Πορτρέτο αισχρών εγκληματιών, οι «Σκιές του Υποκόσμου» είναι μια ταινία «είδους», από αυτές που πάντα αρέσκεται να δημιουργεί ο Ιταλός σκηνοθέτης.

Φτάνουμε έτσι στις «Νύχτες της Καμπίρια» («Le Notti di Cabiria») του 1957. Το σχέδιο αυτής της ταινίας ο Φεντερίκο το δούλευε πολύ καιρό. Η πρώτη ιδέα ανάγεται στο ’47, όταν είχε προτείνει στον Ροσελίνι να γυρίσουν την ιστορία μιας πόρνης.

Για να γράψει το σενάριο, ο Φελίνι διεξάγει μια έρευνα στους χώρους που θα περιέγραφε η ταινία, ενώ προσκαλεί και τον Pier Paolo Pasolini να συνθέσει τους διαλόγους. Η Καμπίρια είναι μια φτωχή πόρνη, άδολη και εύθραυστη, που ποτέ στη ζωή της δεν υπήρξε τυχερή.

Ένας φίλος της προσπάθησε να την σκοτώσει για να βάλλει στο χέρι τα χρήματά της. Οι συναδέλφισσές της, την κοροϊδεύουν. Ένας γνωστός ηθοποιός την ταπεινώνει αφού την εξαπατά με την θρυλική ματαιοδοξία της επιτυχίας του. Ενώ στη διάρκεια μιας υστερικής θρησκευτικής τελετής, η Καμπίρια προσεύχεται να γίνει ένα θαύμα, ώστε να αλλάξει η μοίρα της και όλα να ξαναπάρουν το δρόμο τους.

Η οριστική κόπια της ταινίας προβάλλεται τον Μάρτη του ’57 στο Φεστιβάλ των Καννών, όπου και σημειώνει μεγάλη επιτυχία, με την Τζουλιέτα Μασίνα να κερδίζει το βραβείο γυναικείας ερμηνείας. Την επόμενη χρόνια, στην τελετή των Όσκαρ, η ταινία θα αποσπάσει και το βραβείο Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας.

Ο Μαρτσέλο Ρουμπίνι είναι δημοσιογράφος και αρθρογραφεί σ’ ένα έντυπο σκανδάλων, παρ’ όλο που ελπίζει να μπορέσει κάποτε να γράψει πιο σοβαρά. Για επτά ημέρες κι άλλες τόσες νύχτες γίνεται ο ξεναγός σ’ ένα ταξίδι της ζωής στη Ρώμη. Η «Γλυκιά Ζωή» (La Dolce Vita) κάνει πρεμιέρα στις Ιταλικές αίθουσες, τον Φεβρουάριο του 1960.

Η επιτυχία στο κοινό συμβαδίζει με τις πολεμικές. Στην πρώτη προβολή η ταινία γιουχάρεται και μερικοί αποδοκιμάζουν τον Φελίνι που (για κακή του τύχη) βρίσκεται στην αίθουσα. Οι κατηγορίες που του καταλογίζουν, αφορούν την ανηθικότητα που πιστεύουν ότι προωθεί η εν λόγω ταινία.

Το φιλμ προσβάλλεται από τα επίσημα όργανα της καθολικής εκκλησίας ενώ η υπόθεση φτάνει ακόμα και στη βουλή. Παρ’ όλα αυτά η ταραχή των πολεμικών συντελεί στην τεράστια εμπορική επιτυχία της ταινίας, αλλά εμποδίζει μια σαφή κριτική ανάλυση, τουλάχιστον τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Νεολογισμοί, που ανθίστανται ακόμα, δείχνουν πόσο ο σκηνοθέτης επηρεάστηκε και επηρέασε τα Ιταλικά ήθη του μεταπολέμου. Ευγενείς θλιβερά παρατεταγμένοι στους ερειπωμένους πύργους τους, μυστικές εμφανίσεις, διανοουμενίστικες συγκεντρώσεις και πάει λέγοντας. Είναι ουσιαστικά ολόκληρη η Ιταλία του ’50 που ανακαλείται, εδώ.

Με την αφελή επιθυμία της για ζωή, με την επιτηδευμένη ελαφρότητα που σήμερα μας φαίνεται παραμυθένια, με το γούστο στο καλό ντύσιμο, την ευχαρίστηση που προσφέρει ένα καθαρό ρούχο, ο περίπατος το βράδυ με το αυτοκίνητο, το χάζεμα κάτω από τις αναμμένες λάμπες του καφέ. Όλα αυτά, ο Φελίνι δεν τα εφηύρε, αλλά τα θυμήθηκε…

«Στοχασμός έντονα δημιουργικός με θέμα την αδυναμία της δημιουργίας» είναι τα πρώτα σχόλια που συνοδεύουν την επόμενη ταινία του Φεντερίκο Φελίνι. Ενώ χαρακτηριστικό παραμένει το γεγονός της επιλογής του τίτλου της. Στην καρτέλα που ο Ιταλός σκηνοθέτης κρατά τις σημειώσεις του, ανάμεσα στα συνηθισμένα του σκίτσα, είχε κακογραφεί ένα μεγάλο οκτώ και ½, γιατί ακριβώς εκείνο το σχέδιο ήταν το όγδοο και μισό φιλμ, κι έτσι λοιπόν έμεινε τελικά κι ως τίτλος.

Ο Γκουίντο Ανσέλμι είναι ένας γνωστός σκηνοθέτης που περνά μια περίοδο θεραπείας σε κάποια ιαματικά λουτρά. Στα όνειρά του συσσωρεύονται εφιάλτες, παιδικές μνήμες και αισθήματα ενοχής που πηγάζουν από μια καθολική παιδεία. Ετοιμάζει μια καινούργια ταινία και όπως είναι φυσικό σε τέτοιες περιπτώσεις, γύρω του στροβιλίζονται κάθε λογής άτομα που θα μπορούσαν να έχουν σχέση μ’ αυτήν. Το «8 ½» προβάλλεται τον Φλεβάρη του 1963.

Πίσω βέβαια απ’ όλα αυτά, βρίσκονται οι ονειρικές συνθέσεις του Nino Rota που θα ‘πρεπε, αν μη τι άλλο, τουλάχιστον εδώ να τον θυμηθούμε. Γιατί η μουσική επένδυση με την οποία στόλισε το «8 ½», έμεινε από τις πλέον μνημειώδης.

Ο Nino Rota, συνθέτης της μουσικής όλων των ταινιών του Φελίνι από τους καιρούς του «Sceicco Bianco» («Λευκός Σεΐχης») μέχρι την «Prova d’ Orchestra» («Πρόβα Ορχήστρας»), δημιούργησε και τα μουσικά «σχόλια» πολλών άλλων σκηνοθετών, όπως οι «Notti Bianche» (Λευκές Νύχτες»), «Rocco e i Suoi Fratelli» («Ο Ρόκο και τ’ αδέρφια του»), αλλά και ο «Gattopardo» («Γατόπαρδος») του Luchino Visconti.

Είναι όμως σίγουρο, ότι το όνομά του μένει άρρηκτα δεμένο μ’ αυτό του Φελίνι, καθώς υπέγραψε μερικά από τα πιο γνωστά μοτίβα, από το «La Strada» μέχρι το «8 ½». Μελωδίες που ξαναφέρνουν αίφνης, σαν νότα που δραπετεύει σιωπηλά, έναν κόσμο γεμάτο κλόουν, οξύθυμες καλόγριες, ανήσυχους κομπάρσους, ερειπωμένες τέντες τσίρκων κι ό,τι άλλο μπορεί κανείς να φανταστεί, μέσα από το πολυσύνθετο σύμπαν του Φεντερίκο Φελίνι

Μακεδονία μου την Κυριακή θα λείπω,,,, δεν θα έρθω στο συλλαλητήριο

Parallax ViewΘεσσαλονικη Μακεδονία μου, την Κυριακή θα λείπω Από Άκης Σακισλόγλου – January 19, 2018 32 Λέξεις: Άκης Σακισλόγλου Εικόνες: Γιάννης Σιμητόπουλος Αγαπημένη μου πατρίδα, Μακεδονία μου, σου γράφω δυο λόγια σ’ αυτό το σάιτ γιατί οι συντοπίτες μου είναι σε μια τρέλα αυτές τις μέρες και δεν θα βγάλω άκρη αν αντιδικήσω μαζί τους. Σου γράφω να σου πω ότι δεν θα πάω την Κυριακή στο συλλαλητήριο για την ελληνικότητά σου. Δεν θα είμαι ανάμεσα σε αυτούς που θα κυματίζουν ακτινωτούς ήλιους και ελληνικές σημαίες και φυσικά δε θα είμαι κάτω από την εξέδρα αυτών που θα μιλήσουν. Δεν είναι ότι έχω άλλα στο μυαλό μου ή δεν πιστεύω πως είναι θέμα σοβαρό αυτό που συζητούν πολιτικοί και διπλωμάτες τον τελευταίο καιρό. Αντίθετα, είναι νομίζω τόσο σοβαρά όλα αυτά που δεν αντέχω να τα χειρίζονται οι συγκεκριμένοι άνθρωποι με τους συγκεκριμένους τρόπους. Ίσως, μέχρι εκεί να πηγαίνει το μυαλό τους. Ίσως να σε αγαπούν πολύ και να φτάνουν σε παράφορες αποφάσεις. Έφτασα, όμως, στα 43. Δεν έχω περιθώριο πια να είμαι με ανθρώπους που δεν με εκφράζουν, να ακούω απόψεις που δεν με βρίσκουν σύμφωνο και να επιτρέπω η χώρα μου να μπαίνει σε νέο κύκλο εσωστρέφειας σχεδόν 30 χρόνια μετά τον πρώτο, για το ίδιο θέμα. Δεν θα πάω στο συλλαλητήριο, Μακεδονία μου. Δεν αντέχω την υποκρισία των πολιτικών που για να «αλιεύσουν» ψήφους θα είναι εκεί ενώ τα κόμματά τους είναι υπέρ της «σύνθετης ονομασίας» για το διπλανό μας κράτος. Δεν αντέχω τους «μένουμε Ελληνόψυχοι κι ορθόδοξοι», δεν αντέχω όσους γουστάρουν τους στρατούς, με πιάνει κάτι με όσους πιστεύουν ότι είναι απόγονοι του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Αν είναι κάποιου ο Αλέξανδρος τότε είναι δικός σου, όχι δικός μας. Κανένα «Σκοπιανό» δε λύνεται με συλλαλητήρια, Μακεδονία μου. Τα κάναμε κάποτε και γίναμε πιο γραφικοί από το Πήλιο. Φωνάζαμε «Makedonia is Greek» και νόμιζαν οι Βέλγοι πως θέλουμε να μπούμε να πάρουμε τα Σκόπια. Ήταν άλλες και οι εποχές, κάναμε τον απολογισμό μας, αλλάξαμε στρατηγική. Και τώρα πίσω ολοταχώς! Γιατί; Έχω κάνει πολλά λάθη. Έχω μάθει να μην τα επαναλαμβάνω. Κάποιοι θέλουν να παίξουν αυτό το παιχνίδι. Ας το κάνουν. Όχι με μένα μαζί αλλά με μένα απέναντι. Ονειρεύομαι πολλά για σένα Μακεδονία μου, πατρίδα μου. Ονειρεύομαι να γίνεις πάλι «προορισμός». Να θέλουν να έρχονται να ζήσουν εδώ ξένοι άνθρωποι κι όχι να φεύγουν τα δικά σου παιδιά, όπως συμβαίνει δεκαετίες τώρα. Μου έλεγε χθες ένας φίλος μουσικός ότι μήνα με τον μήνα όλο και περισσότεροι Τούρκοι ζωγράφοι, τραγουδιστές, επιστήμονες, έρχονται για μόνιμη εγκατάσταση στη Θεσσαλονίκη. Δεν αντέχουν τη δικτατορία του Ερντογάν. Έρχονται εδώ να ανασάνουν. Αυτό θέλω να γίνεις, πατρίδα μου. Μια πατρίδα για τους ξένους κι ένας σίγουρος τόπος για τα δικά μας παιδιά. Να έρθουν και Εβραίοι και Τούρκοι κι όσοι άλλοι επιθυμούν και να κάνουμε τη νύμφη του Θερμαϊκού πολυπολιτισμική, όπως ήταν για αιώνες. Θέλω να μην ζητούν οι Φλωρινιώτες λιγνιτωρυχεία. Να μην λένε «προτιμούμε να πεθάνουμε από καρκίνο παρά από τη φτώχεια». Το ίδιο και για τις Σκουριές, Μακεδονία μου. Θέλω τους ανθρώπους να αγαπούν τον τόπο τους και να μην τον θυσιάζουν για την εργασία και το χρήμα. Ήμουν μικρός όταν βρέθηκα πρώτη φορά στον κάμπο σου, Μακεδονία μου. Κερασιές, ροδακινιές, μηλιές, βαμβάκια κι όλου του κόσμου τα καλά. Ονειρεύομαι, Μακεδονία μου, να μην θάβουν οι αγρότες τη σοδειά τους. Να μην πρέπει να κλείσουν τους δρόμους για να βρούνε το δίκιο τους. Να μην φεύγουν στα Σκόπια για καζίνο, γυναίκες, φτηνή βενζίνη και οδοντίατρο. Δεν επεκτείνομαι σε αυτό το τελευταίο. Καταλαβαίνω την ανάγκη του κόσμου αλλά πόσο υποκριτικό είναι από τη μια να πηγαίνεις δίπλα για όλα αυτά κι από την άλλη να λες «η Μακεδονία είναι μόνο δική μας». Δεν θα πάω στο συλλαλητήριο, Μακεδονία μου. Το ένστικτο μου λέει πως περισσότερο κινδυνεύεις από αυτούς που σε υπερασπίζονται παρά από τους βόρειους γείτονές μας. Το ΑΕΠ της χώρας τους μαζί με της Βουλγαρίας, της Αλβανίας, της Σερβίας, είναι μικρότερο από το ΑΕΠ της Ελλαδίτσας μετά από 8 χρόνια μνημονίων τα οποία υπέγραψαν και εφάρμοσαν όλοι αυτοί που τόσο σ’ αγαπάνε. Ο απλός κόσμος σε αγαπάει, Μακεδονία μου. Το ξέρω, το βλέπω. Αλλά δε φτάνει, ούτε σημαίνει κάτι από μόνο του. Είναι κόσμος μπερδεμένος, φοβισμένος, λάθος ενημερωμένος για το πού πάμε, πού πάνε και οι ίδιοι ως πολίτες και άνθρωποι. Κι ενώ τους κατανοώ απεριόριστα, πρόσφατα άρχισα να μην τους εκτιμώ. Δεν μπορώ να εκτιμήσω κάποιον που λέει «κάτω τα ξερά σας από τη Μακεδονία» έχοντας ψηφίσει όλους αυτούς που μας έφεραν σήμερα εδώ να πηγαίνουμε σε διαπραγμάτευση με τη σημείωση πως έχουμε ήδη αποδεχτεί τον όρο Μακεδονία σε παλαιότερη συμφωνία μας. Δεν αντέχω όλους αυτούς που (δήθεν) ξέρουν τα πάντα για την ελληνικότητα της Μακεδονίας αλλά αγνοούν ποια είναι η Στέλλα Δρούγου, η Χρυσούλα Σαατζόγλου – Παλιαδέλη, επιστήμονες που έδωσαν την ψυχή τους μαζί με τον Μανόλη Ανδρόνικο και τόσους ακόμα για να έχουμε αυτά τα τόσο τρανταχτά πειστήρια Μακεδονικότητας της περιοχής. Δεν αντέχω άλλο αυτό το «αδικημένοι» Μακεδονία μου. Ολοι αυτοί που θα έρθουν την Κυριακή Μακεδονία μου, λατρεύουν τους Αμερικάνους. Τους πρώτους που αναγνώρισαν τα Σκόπια με το όνομά σου. Αγαπούν τους Αμερικάνους και μισούν τους Σκοπιανούς. Το λες και παράνοια. Κι από κοντά θα είναι και τα παλικάρια με τα φουσκωμένα μπράτσα και τους αγκυλωτούς σταυρούς. Δεν θα πάρω Μακεδονία μου. Ευχαριστώ. Θέλω να λυθεί το θέμα σου άμεσα, Μακεδονία μου. Με μια σύνθετη ονομασία. Μακεδονία τους φωνάζουν τους γείτονες ΟΛΟΙ. Καλό είναι να μπει κι ένας προσδιορισμός. Υπέρ μας είναι. Αν είναι τόσοι καλοί αυτοί οι πολιτικοί μας, να φροντίσουν να διατυπωθεί σωστά και να ξεκαθαριστεί ότι αμφισβήτηση συνόρων δεν τίθεται. Βλέψεις δεν υπάρχουν. Όχι πως ανησυχώ εγώ αλλά για «τον φόβο των Ιουδαίων». Κι ας συνεχίσουμε επιτέλους τις ζωές μας. Την δύσκολη δική μας και την ακόμα δυσκολότερη δική τους. Μια φτωχική χώρα που ψάχνει τον προσανατολισμό της, όπως κι εμείς. Που βλέπει τα παιδιά της να φεύγουν μακριά, όπως και εμείς. Αν σε αγαπούν τόσο πολύ όλοι αυτοί, Μακεδονία μου, ας φροντίσουν να σε κάνουν πρωτεύουσα των Βαλκανίων. Να ομορφύνουν κι άλλο τη Θεσσαλονίκη μας με έργα όπως το ΜΕΤΡΟ, η νέα παραλία, το λιμάνι. Ας φροντίσουν τις αεροπορικές και ακτοπλοϊκές συνδέσεις με άλλες χώρες. Να έρθει τουρισμός να δει τις ομορφιές μας, τους τάφους των αρχαίων Μακεδόνων, να αφήσει χρήματα, να ανασάνει ο κόσμος. Με μίσος δεν τρέφεται κανείς, μόνον ξεχνιέται. Με περηφάνια δεν σπούδασε κανείς τα παιδιά του, ούτε με πόλεμο. Μόνο με ειρήνη και με προκοπή μπορεί ο άνθρωπος να σκεφτεί ώριμα και να κάνει πράξη τα όνειρά του. Τόσοι Μακεδόνες υπουργοί και πρωθυπουργοί πέρασαν, Μακεδονία μου. Ολοι κοιτούσαν στην Αθήνα. Κι έχουν το θράσος σήμερα να μιλούν για «χρέος στην πατρίδα» όταν δεν έκαναν γι αυτήν ούτε τα ελάχιστα. Γι αυτό σου λέω, Μακεδονία μου, την Κυριακή να μην με περιμένεις. Όσους θα δεις εκεί, τους νιώθω αδέλφια μου. Διαφωνούμε στον τρόπο, δεν είναι κακό. Κακό είναι που και πάλι θα έρθουν στην επιφάνεια πολιτικάντηδες που δεν αξίζουν. Θα χτιστούν πολιτικές, ακόμα και θρησκευτικές καριέρες. Μου προκαλούν απέχθεια όλα αυτά κι έτσι θα μείνω μακριά τους.

Read more at: http://parallaximag.gr/parallax-view/makedonia-mou-tin-kyriaki-tha-leipo