Είναι διαπλεκόμενος ο Τσίπρας;

Είναι διαπλεκόμενος ο Τσίπρας;

08:06 | 11 Δεκ. 2017

Γιώργος Λακόπουλος

Στο σύστημα του νεομητσοτακισμού- μια μεγάλη παρέα, ίματζ μέηκερς, δημοσιογράφων, αναλυτών, δημοσκόπων, επικοινωνιολόγων και επικοινωνιολογούντων- υπάρχουν και κάποιοι εξυπνούληδες. Αυτοί έχουν απεργαστεί μια ειδική πλευρά της νεοδημοκρατικής  προπαγάνδας: τη θεωρία «ο Τσίπρας είναι διαπλεκόμενος».

Στην ουσία αυτό που θέλουν να πουν είναι ότι είναι και ο Τσίπρας διαπλεκόμενος. Συνεπώς όλοι ίδιοι είμαστε και η κριτική της κυβέρνησης στη ΝΔ επί του θέματος είναι άσφαιρη. Ο ίδιος ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει εντάξει στο λόγο του τέτοιες αναφορές- έργο των λογογράφων του προφανώς. Στην καλύτερη περίπτωση  επιδιώκει συμψηφισμό διαπλοκής.

Για ενίσχυση της θεωρίας σε διάφορα κείμενα με υπογραφή, ή ανυπόγραφα, αναφέρονται «πληροφορίες» για επιλεκτικές σχέσεις του κυβερνητικού επιτελείου με επιχειρηματίες που χρηματοδοτούν «συριζαίικα» ΜΜΕ. Η αοριστία των αναφορών τις απομακρύνει από την περιοχή της ακρίβειας και της αλήθειας. Αλλά εκ των πραγμάτων τίθεται ένα ερώτημα: είναι ο Τσίπρας διαπλεκόμενος;

Τι είναι η διαπλοκή;

Για να απαντήσει κανείς στο ερώτημα πρέπει να ορίσει τι είναι διαπλοκή και γιατί συνιστά πρόβλημα για το δημόσιο βίο. Εδώ τα πράγματα είναι καθαρά:

Πρώτο, διαπλοκή είναι η παρέμβαση οικονομικών παραγόντων στο δημόσιο βίο ώστε με τη χειραγώγηση πολιτικών κομμάτων και κυβερνήσεων –ή με την άσκηση πιέσεων- δια της ισχύος του χρήματος και των ΜΜΕ που κατέχουν συγκεκριμένοι επιχειρηματίες, να εξασφαλίζεται πρόσβαση αυτών των παραγόντων στο δημόσιο χρήμα, στον τραπεζικό δανεισμό και στα κοινοτικά κονδύλια.

Συνεπώς το πρόβλημα με τη διαπλοκή είναι ότι διαφθείρει το πολιτικό σύστημα για να απομυζήσει του  δημόσιους πόρους -άρα να τους στερήσει από την κοινωνία. Κάποιοι δηλαδή παίρνουν  δημόσια έργα και άλλες  κρατικές προμήθειες, βρίσκουν δανεικά -κι αγύριστα συνήθως- από το τραπεζικό σύστημα και  απορροφούν τις κοινοτικές ενισχύσεις. Ταυτόχρονα για να εξασφαλίζουν ακαταδίωκτο τόσο από τη διοίκηση όσο και από τη Δικαιοσύνη, με την αλληλοϋποστήριξη των ΜΜΕ που κατέχουν.

Είναι γνωστό ότι οι διαπλεκόμενοι έχουν  διασυνδέσεις, όχι μόνο με πολιτικούς και κόμματα, αλλά και με  δικαστικούς, με κρατικά στελέχη και με δημοσιογράφους. Αυτά δεν είναι θεωρία και υποθέσεις. Συμβαίνουν τις τελευταίες δεκαετίες μπροστά στα μάτια  μας. Και είναι ανεξάρτητα από το αν μια κυβέρνηση είναι καλή ή όχι και από τη γνώμη που  μπορεί να έχει ο καθένας για τους πολιτικούς. Άλλωστε αυτό το σύστημα δεν κάνει διακρίσεις: βάλλει εναντίον όποιου αμφισβητεί τη  …συγκυβέρνηση που έχει επιβάλει.

Ενίοτε αυτό το σύστημα οδηγεί και σε πολιτικές εκτροπές. Εκτός από την προδικτατορική εμπλοκή εκδοτών στην Αποστασία του 1965, ξέρουμε τι ακριβώς έγινε στο «βρόμικο 89» και με ποιους πρωταγωνιστές. Όπως ξέρουμε τι έγινε από το ίδιο σύστημα για να ηττηθεί  Κ. Καραμανλής που επιχείρησε την εξυγίανση με τον «βασικό μέτοχο».

Το ίδιο συμβαίνει και σήμερα με τον Αλέξη Τσίπρα που βάζει την εξυγίανση ψηλά στην ατζέντα της πολιτικής του -με αποτέλεσμα  η Δικαιοσύνη και οι ελεγκτικοί μηχανισμοί να έχουν τυλίξει ήδη σε μια κόλλα χαρτί πολλούς διαπλεκόμενους και να ερευνούν ακόμη περισσοτέρους.

Όπως ξέρουμε και αυτό που είπε ο πατέρας του σημερινού προέδρου της ΝΔ: τον έριξε τα διαπλεκόμενα συμφέροντα με μοχλό τον Αντώνη Σαμαρά. Ότι ο ίδιος είχε προηγουμένως σχέση και με τον Σαμαρά και με τα συμφέροντα και ότι ο γιος του την έχει …επικαιροποιήσει είναι άλλη υπόθεση.

Με βάση αυτόν τον ορισμό μπορούμε πλέον να βγούμε στην αγορά και να μετράμε διαπλεκόμενους και μη. Π.χ. όποιος μπαίνει στα ΜΜΕ με σκοπό να τα χρησιμοποιήσει για να κάνει δουλειές με το κράτος – επ’ ωφελεία του και σε βάρος του κράτους, άρα και της κοινωνίας – είναι διαπλεκόμενος. Όποιος αποκτά ΜΜΕ χωρίς να έχει ούτε να σχεδιάζει,  μπίζνες με το δημόσιο χρήμα δεν είναι διαπλεκόμενος.

Εφόσον ένας επιχειρηματίας εμπλέκεται επισήμως, ή ενισχύει απλώς ένα μέσο ενημέρωσης, με σκοπό να καταστεί πρόσωπο επιρροής να υποστηρίξει  μια πολιτική παράταξη, ή να υλοποιήσει άλλες φιλοδοξίες του -χωρίς να παραβιάζει το νόμο- απλώς ασκεί  δικαίωμά του. Το θέμα είναι να μένει μακριά από το δημόσιο χρήμα.

Αν απλώς πετάει τα -νόμιμα- λεφτά του είναι δικό του θέμα. Στους υπολοίπους δεν πέφτει λόγος, αν δεν επιδιώκει να πάρει λεφτά από το κράτος με οποιανδήποτε τρόπο. Η διαπλοκή είναι πολιτικά  καταδικαστέα και ποινικά ύποπτη στην περίπτωση που οδηγεί στη διασπάθιση δημοσίων πόρων. Αν απλώς κάποιος διαθέτει ΜΜΕ και έχει επαφές με κόμματα χωρίς αυτό να  αποβαίνει σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος  δεν αφορά κανέναν. Υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει νομιμότητα και διαφάνεια.

Πολιτικοί με σπόνσορες

Αν τα πάρουμε όλα αυτά και κάνουμε τις αντιστοιχίες ανάμεσα σε επιχειρηματίες, κόμματος και ΜΜΕ θα δούμε καθαρά ποιοι είναι διαπλεκόμενοι και ποιοι όχι. Θα δούμε ποιοι έγιναν επιχειρηματίες με το δημόσιο χρήμα. Ποιοι απέκτησαν ΜΜΕ για να συνεχίσουν να το αρμέγουν. Ποια κόμματα τους προσέφεραν εξυπηρετήσεις και ποιοι πολιτικοί κατασκευάσθηκαν με την υποστήριξη και το χρήμα της διαπλοκής.

Ξέρει κανένας βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που να έχουν σπόνσορες επιχειρηματίες και μιντιάρχες -ή να συχνάζουν στις αυλές τους. Ας πούμε ότι είναι οι χειρότεροι πολιτικοί. Διεφθαρμένοι, πάντως, δεν είναι. Για πόσους από το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ μπορεί να πει κανείς το ίδιο;

Είναι μήπως οι επιτελείς των ΜΜΕ που στηρίζουν την κυβέρνηση τμήμα της ολιγαρχίας που επιδεικνύει τον πλούτο που απέκτησε   δια της χειραγώγησης του πολιτικού συστήματος;  Κυνηγούν μήπως κανέναν εκδότη φιλοκυβερνητικού ΜΜΕ οι εισαγγελείς; Είναι τα στελέχη και οι αναλυτές των «φιλοσυριζαίικων» μίντια, γελωτοποιοί των βασιλέων του πλούτου, ή απεχθή πρόσωπα; Για πόσους από τους υποστηρικτές της αντιπολίτευσης δεν ισχύει το αντίθετο;

Έγινε μήπως ο Τσίπρας Πρωθυπουργός με την υποστήριξη της ορατής διαπλοκής, όπως ο Κ. Σημίτης π.χ. παλαιότερα, ή όπως προσπαθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης σήμερα; Όποιος ξέρει κάτι να βγει στο ξάστερο και να το καταθέσει…

Ούτε ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Κ. Καραμανλής είχαν γίνει πρωθυπουργοί με τις πλάτες οικονομικών παραγόντων. Αντίθετα τους είχαν απέναντι. Αρνήθηκαν να υποκύψουν στις αξιώσεις τους και «τιμωρήθηκαν». Όπως σήμερα ο Τσίπρας. Μπορεί να το πει αυτό κανείς για πολιτικούς σαν τους  Μητσοτάκηδες, τον Σημίτη, τον Γ. Παπανδρέου ή τον Σαμαρά;  Ποιος πήγαινε μπροστά τους για να πάρουν την εξουσία;

Ποιος είναι και ποιος δεν είναι διαπλεκόμενος είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού. Αν κάποιοι θέλουν να εξομοιώσουν την Τσίπρας με δακτυλοδεικτούμενους διαπλεκόμενους πολιτικούς, απλώς  εκτελούν διατεταγμένη  υπηρεσία. Μπορεί να προσάψει όσα πολιτικά λάθη θέλει κανείς στον σημερινό Πρωθυπουργό, αλλά κανείς δεν μπορεί να  ισχυρισθεί ότι συνεταιρίσθηκε με την οικονομική και μιντιακή εξουσία.  Ας ρωτήσουν και τη γάτα Ιμαλάϊων.

Υ.Γ1: Η -δια φημολογίας και χαζοδημοσιευμάτων- ενοχοποίηση ΜΜΕ για σχέσεις με τη σημερινή κυβέρνηση- χωρίς να υπάρχει στο παραμικρό βλάβη του κράτους-, γίνεται ακριβώς για να καλυφθούν οι ενοχές όσων είχαν σχέσεις με τις προηγούμενες  κυβερνήσεις κατά τρόπο που διοχέτευε τα λεφτά του κρατικού ταμείου σε τσέπες και από εκεί στο εξωτερικό.  Ονόματα και διεύθυνση ένα σωρό.   Όπως ονόματα και διευθύνσεις υπάρχουν για δημοσιογράφους που κάνουν τους κήνσορές, αλλά όλοι ξέρουν ότι δεν πλούτισαν με το μισθό τους, αλλά με την -υπόγεια -υπαλληλοποίησή τους σε επιχειρηματίες, τραπεζίτες και  ενδιάμεσους  -και στην παραγωγή μαύρου χρήματος.

ΥΓ2: Κανείς δεν ξεχνάει τις κραυγές των φίλων του Μητσοτάκη στα ΜΜΕ  για «άλωση του Τύπου» όταν επιχείρησε να αγοράσει τον ΔΟΛ – προτού καταρρεύσει- συγκεκριμένος επιχειρηματίας με δικά του κεφάλαια, που θα πλήρωνε το προσωπικό πριν από όλα. Αλλά δεν ήταν «άλωση» όταν η ίδια επιχείρηση -και άλλα εκδοτικά και τηλεοπτικά μαγαζιά- συντηρούνταν και συντηρούσαν  ευνοούμενους υψηλόμισθους με πηγές τα έσοδα που έφερνε το «νταβατζιλίκι», από τα λεφτά των πολιτών δια της κρατικής διαφήμισης και από τις καταθέσεις τους στις τράπεζες που χάθηκαν και θα πληρώσουν πάλι οι πολίτες.  Έτσι υπηρετείται η «ανεξαρτησία δημοσιογραφία» σήμερα.

Πηγή: Ανοιχτό Παράθυρο

Advertisements

Σχόλιο μας Τι κούνημα αλλαγής τι ΝΔ ;

Η αναζωπύρωση του μετώπου κυβέρνησης – Δικαιοσύνης

07:32 | 11 Δεκ. 2017 Τελευταία ανανέωση 07:39 | 11 Δεκ. 2017

Τρεις δικαστικές υποθέσεις και οι βαθιές πλέον σκιές μιας επαναλαμβανόμενης αναντιστοιχίας αποφάσεων ανωτάτων λειτουργών της Θέμιδος με το κοινό περί δικαίου αίσθημα βρίσκονται πίσω από την αναζωπύρωση της έντασης μεταξύ κυβέρνησης και Δικαιοσύνης.

Οι δύο εκ των τριών υποθέσεων υποδείχθηκαν ευθέως από το υπουργό Δικαιοσύνης Σταύρο Κοντονή στην χθεσινή συνέλευση της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας κι ήταν εκείνες που προκάλεσαν και την καταγγελία του προέδρου του ΣτΕ Νίκου Σακελλαρίου περί «ωμής παρέμβασης στην Δικαιοσύνη». Πρόκειται για την απόφαση του ΣτΕ που, ουσιαστικά, αυτοεξαιρεί τους δικαστές από τον έλεγχο Πόθεν Εσχες και για το πρόσφατο βούλευμα του Συμβούλιου Εφετών για τα στημένα ποδοσφαιρικά παιχνίδια στα οποία φέρεται να εμπλέκεται και ο Βαγγέλης Μαρινάκης. Η τρίτη είναι η, επίσης πρόσφατη, απόφαση του ΣτΕ για την παραγραφή μεγάλων υποθέσεων φοροδιαφυγής – μια απόφαση, η οποία μεν δεν σχολιάζεται επισήμως από την κυβέρνηση αλλά στην πράξη βάζει «ταφόπλακα» σε κάθε έλεγχο των 1,3 εκατομμυρίων μεγαλοκαταθετών της λίστας Νικολούδη.

Το Πόθεν Εσχες

Το ζήτημα του Πόθεν Εσχες των δικαστών είναι εκείνο που πυροδότησε και την πιο σκληρή αντιπαράθεση, με κυβερνητικές πηγές πάντως να εκφράζουν απορία για την οξύτητα της απάντησης Σακελλαρίου σε μια «μάλλον ήπια επισήμανση» του Σταύρου Κοντονή. «Είναι πρόβλημα το γεγονός ότι εκδόθηκε πρόσφατα από το ΣτΕ απόφαση που ακυρώνει τον έλεγχο των δηλώσεων του Πόθεν Εσχες», είπε στον χαιρετισμό του ο υπουργός Δικαιοσύνης προσθέτοντας πως «αποφάσεις δεν μπορούν να κρύβονται πίσω από το ανέλεγκτο της δικαστικής κρίσης».

«Καταγγέλλω από το βήμα αυτό την ωμή παρέμβαση στη Δικαιοσύνη. Υποδείξεις δεν δεχόμεθα από πουθενά», ήταν η άμεση απάντηση του προέδρου του ΣτΕ – μια απάντηση την οποία ο Σταύρος Κοντονής χαρακτήρισε ως «αναιτιολόγηση επίθεση».

Δικαστικές πηγές, από την πλευρά τους, συνέδεαν την καταγγελία Σακελλαρίου με το γεγονός ότι υπάρχει σε εξέλιξη δίκη στο ΣτΕ για το θέμα του Πόθεν Εσχες, παράλληλα όμως δεν έκρυβαν την ενόχλησή τους και για τα όσα είχε πει για το ίδιο θέμα ο υπουργός Δικαιοσύνης σε κυριακάτικη συνέντευξή του.

Στην συνέντευξη αυτή στην εφημερίδα «Νέα Σελίδα» ο Σταύρος Κοντονής δήλωσε ότι με την απόφαση για το Πόθεν Εσχες οι δικαστές «συνέβαλλαν και στην γενικότερη απαξίωση των θεσμών αφού με προκλητικό τρόπο αυτοεξαιρούνται από τον έλεγχο που είναι στοιχείο συστατικό της λειτουργίας του δημοκρατικού πολιτεύματος».

«Είναι ανεπίτρεπτο», πρόσθεσε, «κάτι που ισχύει για όλους τους πολίτες και κυρίως το πολιτικό προσωπικό της χώρας, να μην ισχύει για τους δικαστές. Θα περίμενα οι ίδιοι να επιζητούν περισσότερο έλεγχο και διαφάνεια και όχι εξαιρέσεις και συσκότιση».

Το βούλευμα για τα στημένα

Η δεύτερη εστία έντασης άνοιξε με τον πρόεδρο της Ένωσης Εισαγγελέων Δημήτρη Ασπρογέρακα, όταν ο Σταύρος Κοντονής μίλησε για πρωτόγνωρη καθυστέρηση σε έκδοση βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών, «φωτογραφίζοντας» την υπόθεση με τα στημένα ματς του ποδοσφαίρου.

Το βούλευμα με το οποίο παραπέμπονται σε δίκη 28 πρόσωπα – ανάμεσά τους και ο Βαγγέλης Μαρινάκης – εκδόθηκε στις αρχές Νοεμβρίου. Από την εισήγηση όμως του εισαγγελέα Εφετών Σταμάτη Δασκαλόπουλου έως την έκδοσή του μεσολάβησαν δεκατέσσερις με αλλεπάλληλες εμπλοκές και συνεχείς αιτήσεις εξαίρεσης.

Με το βούλευμα, ο πρόεδρος του Ολυμπιακού, Βαγγέλης Μαρινάκης, παραπέμπεται σε δίκη κατά πλειοψηφία για ένα κακούργημα κι ένα πλημμέλημα, ενώ απαλλάσσεται από μια σειρά άλλων βαριών κατηγοριών.

«Κανείς δεν μπορεί να απαιτήσει από δικαστή να προχωρήσει γρήγορα στην έκδοση βουλεύματος… Στην συγκεκριμένη περίπτωση υπήρξε και μειοψηφία. Υπήρξε και η άλλη άποψη», ήταν η απάντηση του Δημήτρη Ασπρογέρακα στις αναφορές Κοντονή.

Κυβερνητικά στελέχη πάντως, πέραν των καταγγελιών των ανώτατων δικαστών, εκφράζουν απορία και για την ένταση των αντιδράσεων της αντιπολίτευσης, με πρώτη τη Νέα Δημοκρατία που, ουσιαστικά, ζήτησε την αποπομπή Κοντονή από την κυβέρνηση. Οι ίδιες πηγές, μάλιστα,  σημείωναν ότι την οξύτητα της ΝΔ «συναγωνίστηκε, κι ενδεχομένως ξεπέρασε το ΠΑΣΟΚ», το οποίο σε μακροσκελή του ανακοίνωση κάνει λόγο για «εκτροπή του κ. Κοντονή» και τονίζει μεταξύ άλλων: «Το μήνυμά τους (των δικαστών) είναι σαφές κι αυστηρό: Κανείς δεν διώκεται κατά παραγγελία κέντρων εξουσίας και συμφερόντων. Κανείς δεν παγιδεύεται σε σκηνοθετημένες διώξεις και αναμοχλεύσεις υποθέσεων. Κανείς δεν επιτρέπεται να εμπλέκεται σε καφκικές ανακριτικές και διωκτικές διαδικασίες»

Σχόλιο μας από σοσιαλιστές .. κεντρώοι !! Γελούν και οι πέτρες !

Το Κίνημα Αλλαγής και το χύμα Κέντρο

Δημοσιεύθηκε 11 Δεκεμβρίου 2017 – 

του Γιώργου Σωτηρέλη 

Η ολοκλήρωση της πρώτης φάσης του εγχειρήματος για την ίδρυση νέου προοδευτικού φορέα μάς επιτρέπει πλέον μια πρώτη αποτίμηση, τόσο για την έως τώρα πορεία, όσο και για τις μελλοντικές προοπτικές. Ειδικότερα: Η Επιτροπή που ανέλαβε να εγγυηθεί, υπό την προεδρία του Νίκου Αλιβιζάτου, την εκλογική διαδικασία, κατάφερε, και σε κεντρικό και σε περιφερειακό επίπεδο, έναν πραγματικό άθλο. Αρκεί να αναλογισθεί κανείς την έντονη αβεβαιότητα που υπήρχε για όλες τις προηγούμενες εκλογές του χώρου (τόσο για τη συμμετοχή, όσο και για τα αποτελέσματα…), αλλά και τα προβλήματα που ταλάνισαν την ΝΔ στην αντίστοιχη διαδικασία.

Η συμμετοχή ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Τελικά, όμως, ευνόησε τους δύο βασικούς υποψηφίους που προέρχονταν από το ΠΑΣΟΚ, παρά τις περί του αντιθέτου προβλέψεις. Η εξήγηση ότι αυτό οφείλεται μόνο σε εσωκομματικούς μηχανισμούς, κατά την άποψή μου δεν είναι πειστική. Μια προσεκτική στάθμιση, αφενός της συμμετοχής, που ήταν τετραπλάσια αυτής του 2015, αφετέρου των αποτελεσμάτων, δείχνει νομίζω εύγλωττα ότι τουλάχιστον οι μισοί ψηφοφόροι του πρώτου γύρου προέρχονται από τους «εκτός των τειχών».

Από την τελευταία κατηγορία, αρκετοί, που ψήφιζαν τα τελευταία χρόνια ΔΗΜΑΡ, Ποτάμι ή ΚΙΔΗΣΟ, στράφηκαν ιδίως προς τον Καμίνη -η συμμετοχή του οποίου υπήρξε καταλυτική για την επιτυχία του όλου εγχειρήματος- και προς τον Θεοδωράκη. Οι υπόλοιποι,όμως, που έκριναν τελικά και το αποτέλεσμα –διότι κατά την άποψή μου αποτελούν πάνω από το ¼ του συνόλου– είναι φανερό ότι είναι παλαιοί οπαδοί του ΠΑΣΟΚ που είχαν «μεταναστεύσει» στον ΣΥΡΙΖΑ. Τώρα, επαναπατρίσθηκαν, επιλέγοντας τους υποψηφίους που θεώρησαν πιο οικείους.

Επίπονες διεργασίες

Η επιστροφή τους είναι εξόχως ενθαρρυντική για την εν δυνάμει πολιτική επιρροή του νέου φορέα, υπό δύο ωστόσο προϋποθέσεις: Η πρώτη αφορά στην ευρύτερη φυσιογνωμία του. Από το εκλογικό αποτέλεσμα προκύπτει σαφώς ότι η συντριπτική πλειονότητα των συμμετασχόντων απορρίπτει τη λογική ενός «χύμα» και επαμφοτερίζοντος «κεντρώου» χώρου, με ασαφή πολιτικά και ιδεολογικά χαρακτηριστικά. Από εκεί και πέρα, όμως, ο δρόμος είναι μακρύς και ναρκοθετημένος από ποικίλα συμφέροντα και έντονες ψυχώσεις.

Ως εκ τούτου απαιτούνται επίπονες ιδεολογικοπολιτικές διεργασίες, με στόχο τη διαλεκτική ανασύνθεση όλων των ρευμάτων της ευρείας Αριστεράς (σοσιαλδημοκρατία, ανανεωτική Αριστερά, Οικολογία). Η νέα παράταξη πρέπει να συνδυάζει εποικοδομητικά, αφενός τον πατριωτισμό με τον ευρωπαϊκό προσανατολισμό, αφετέρου την ανοιχτή δημοκρατική κοινωνία με την κοινωνική δικαιοσύνη.

Συνθετικό συνέδριο

Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά στην περαιτέρω οργανωτική πορεία του νέου φορέα, μέσω ενός σοβαρού και συνθετικού συνεδρίου. Όχι μόνο για να αποσαφηνισθεί, κατά τα ανωτέρω, το ιδεολογικοπολιτικό στίγμα, αλλά και για να εκλεγούν τα συλλογικά όργανα που θα δώσουν σάρκα και οστά στο νέο εγχείρημα.

Το κρισιμότερο δίλημμα, πάντως, είναι το αν ο νέος φορέας θα είναι πολυκομματικός ή απλώς πολυτασικός. Με βάση τα έως τώρα δεδομένα, η αυτοδιάλυση των υπαρχόντων κομμάτων δεν φαίνεται πιθανή. Από την άλλη, όμως, μια «συνομοσπονδία» κομμάτων, που θα συνεργάζονται απλώς χαλαρά αλλά θα λειτουργούν παράλληλα και εν πολλοίς ανεξάρτητα, θα είναι καταστροφική, διότι θα ακυρώσει την έως τώρα δυναμική.

Κλειδοκράτορας της μετάβασης

Η πιο πρόσφορη λύση φαίνεται, προς το παρόν τουλάχιστον, ένα σφιχτό «ομοσπονδιακό» σχήμα, με τις κεντρικές πολιτικές αρμοδιότητες (προγραμματικές θέσεις, σχέσεις με ευρωπαϊκά και ελληνικά κόμματα, επιλογή υποψηφίων) να ανατίθενται στον νέο φορέα και με τα επί μέρους κόμματα να διαθέτουν περιφερειακό και εισηγητικό ρόλο, έως ότου κρίνουν τα ίδια ότι θέλουν να μετεξελιχθούν σε πολιτικές τάσεις.

Είναι εφικτή μια τέτοια εξέλιξη; Δεν είμαι βέβαιος. Πέρα από το ότι θα χρειασθούν πολλές υπερβάσεις από όλους, το κλειδί εν τέλει το κρατά η Φώφη Γεννηματά. Παρότι δεν προσδίδει, ως πολιτική προσωπικότητα, ευρύτερη εμβέλεια στο νέο φορέα, πιστώνεται με αξιοπρόσεκτα δείγματα γραφής ως προς τη διασφάλιση της ενότητας και την επιδίωξη ανοιγμάτων, ακόμη και αν αυτά συνεπάγονται προσωπικό ρίσκο. Μένει, λοιπόν, να αποδειχθεί το αν ισχύει όντως ότι τις καλύτερες μεταβάσεις τις κάνουν οι άνθρωποι του παλαιού συστήματος…

Το παρασκήνιο επίσκεψης ερντογαν

09:01 | 10 Δεκ. 2017

Facebook

Twitter

Η επίσκεψη Ερντογάν περνά στην ιστορία, η ουσία και το αποτύπωμά της στις ελληνοτουρκικές σχέσεις θα μετρηθεί τους επόμενους μήνες – ως είθισται, άλλωστε, στην εξωτερική πολιτική και την διπλωματία –, κι εκείνο που μένει, και ως χρήσιμος ίσως δείκτης προθέσεων κι επιδιώξεων, είναι το παρασκήνιό της.

Το εν λόγω παρασκήνιο απαντά, πλην των άλλων, και σε αρκετά ερωτήματα του μιντιακού και πολιτικού θορύβου που προκάλεσε η επίσκεψη. Κυρίως, όμως, αποδεικνύει πως ο Ταγίπ Ερντογάν ήρθε στην Αθήνα αποφασισμένος να σπάσει όλα τα πρωτόκολλα και τους κώδικες του συμβατικού διπλωματικού πλαισίου.

Η συνέντευξη στον ΣΚΑΙ

Το πρώτο πρωτόκολλο που έσπασε ο τούρκος πρόεδρος ήταν η παραβίαση της πάγιας διπλωματικής πρακτικής που προβλέπει την ισοβαρή επικοινωνιακή προβολή δύο ηγετών κατά την ανταλλαγή επίσημων επισκέψεων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η συμφωνία που είχε γίνει κατά την προετοιμασία του ταξιδιού ήταν πως ο Αλέξης Τσίπρας θα έδινε μια συνέντευξη με γραπτές ερωτήσεις στο τουρκικό πρακτορείο Anadolu – όπως και έγινε – και ο Ταγίπ Ερντογάν μια αντίστοιχη συνέντευξη στο ΑΠΕ. Η συνέντευξη στο ΑΠΕ όμως δεν δόθηκε ποτέ, και αντ’ αυτής, ο Ταγίπ Ερντογάν αποφάσισε να δώσει την γνωστή τηλεοπτική συνέντευξη στον ΣΚΑΙ όπου και έθεσε το ζήτημα της Συνθήκης της Λωζάνης. Η συνέντευξη στον ΣΚΑΙ και στον Αλέξη Παπαχελά δόθηκε την Τρίτη, μία ημέρα πριν από την προβολή της, και η κυβέρνηση και η Προεδρία της Δημοκρατίας την πληροφορήθηκαν από το τηλεοπτικό τρέηλερ.

Η μετάδοση της συνέντευξης και η ευθεία αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης από τον Ερντογάν ενεργοποίησαν γενικό συναγερμό. Εν τέλει, και μετά από κύκλο επαφών μεταξύ Μαξίμου, υπουργείου Εξωτερικών και Προεδρίας της Δημοκρατίας, αποφασίστηκε να υπάρξει άμεση απάντηση από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο. Παράλληλα, έγινε διάβημα στην Αγκυρα από την Προεδρία της Δημοκρατίας για παραβίαση των όσων είχαν συμφωνηθεί κατά την προετοιμασία της επίσκεψης. Σημειώνεται εδώ ότι τους χειρισμούς από την πλευρά της Προεδρίας έκανε ο Γενικός Γραμματέας της ΠτΔ πρέσβης Γιώργος Γεννηματάς, ο οποίος θεωρείται εξαιρετικά έμπειρος στα ελληνοτουρκικά και, μεταξύ άλλων, έχει διατελέσει πρέσβης στην Αγκυρα και Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών.

Στο Προεδρικό Μέγαρο

Τα όσα είπε ο Ερντογάν στη συνέντευξη δεν άφησαν και πολλά περιθώρια αμφιβολιών για τις περαιτέρω προθέσεις του και η δημόσια απάντηση που του έδωσε το πρωί ο Προκόπης Παυλόπουλος στο Προεδρικό Μέγαρο δεν ήταν προϊόν αυτοσχεδιασμού. Λίγο αργότερα πηγές του Μαξίμου διαμήνυαν ότι «ο Πρόεδρος της Δηοκρατίας εξέφρασε τις πάγιες θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης». Σύμφωνα με πληροφορίες, πάντως, υπήρξαν και απόψεις εντός της κυβέρνησης σύμφωνα με τις οποίες ο Προκόπης Παυλόπουλος κινήθηκε σε τόνους κατά τι υψηλότερους από εκείνους που θα έπρεπε. Κατά άλλες πηγές επίσης, η Προεδρία της Δημοκρατίας φέρεται να είχε εκφράσει και μεταφέρει στο υπουργείο Εξωτερικών επιφυλάξεις για «γκρίζες ζώνες» στο πρόγραμμα και την ατζέντα Ερντογάν, εξ ου και η καθυστέρηση στην αποστολή της επίσημης πρόσκλησης από τον Προκόπη Παυλόπουλο.

Το τετ-α-τετ με τον Αλέξη Τσίπρα

Το πιο ενδιαφέρον ωστόσο, και ίσως και πιο ουσιώδες μέρος της επίσκεψης Ερντογάν, ήταν εκείνο της συνάντησής του με τον πρωθυπουργό. Αρχικά, η συνάντηση είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει μία ώρα, τελικά όμως η διάρκειά της ξεπέρασε τις δυόμισι ώρα και έγινε αποκλειστικά μεταξύ Αλέξη Τσίπρα και Ταγίπ Ερντογάν, παρουσία μόνον των μεταφραστών και χωρίς κανέναν υπουργό ή άλλον παράγοντα από αμφότερες τις πλευρές.

Σ’ αυτό το τετ α τετ οι πληροφορίες φέρουν τον έλληνα πρωθυπουργό να έθεσε τον Ερντογάν ενώπιον όλων των ζητημάτων καλώντας τον να μιλήσουν καθαρά και ανοιχτά για τα πάντα. Σύμφωνα, μάλιστα, με την RealNews το σαφές μήνυμα του πρωθυπουργού  προς τον Ερντογάν ήταν πως εάν δεν υπάρξει πρόοδος στα ελληνοτουρκικά μέσα στο 2018, τότε η Αγκρυα θα πρέπει να ξέρει ότι ρισκάρει να χάσει και τον τελευταίο της υποστηρικτή στην Ε.Ε., δηλαδή την ελληνική κυβέρνηση. «Ταγίπ πυροβολείς τα πόδια σου», φέρεται να ήταν η χαρακτηριστική φράση του Αλέξη Τσίπρα.

Η ανοιχτή αυτή συζήτηση έπαιξε τον δικό της ρόλο και στο κατέβασμα των τόνων από την πλευρά του τούρκου προέδρου στην κοινή συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε στο Μαξίμου. Ακόμη πιο συγκρατημένος εμφανίστηκε ο Ταγίπ Ερντογάν την επόμενη ημέρα, στην Κομοτηνή. Εδώ, κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι η επίσκεψη στην Θράκη είχε προετοιμαστεί και «θωρακιστεί» σε πολλαπλό επίπεδο, πολιτικό, διπλωματικό αλλά και τοπικό και ως απόδειξη τούτου, σημειώνουν και το γεγονός ότι οι υποστηρικτές του Ερντογάν που συγκεντρώθηκαν για να τον επευφημήσουν δεν ξεπερνούσαν εν τέλει τα 500 άτομα.

A-πολιτική κουλτούρα

A-πολιτική κουλτούρα

7 Δεκεμβρίου 2017

Του Γιάννη Πανούση

Θέλω να ζω χωρίς την άδειά σου μακριά από τις χρεωκοπημένες προσδοκίες σου. Θέλω να απιστώ στην ένοχη ηθική σου.

Δημ. Παπαδόπουλος, Η ηθική μιας απιστίας

Ένα από τα βασικά ηθικά προβλήματα στην πολιτική είναι το : ‘’ποιός προδίδει ποιόν;’, όταν αλλάζουν οι συνθήκες.

Πολιτικά υπόλογος’ είναι αυτός που αποχωρεί από ένα παρεκκλίνον από τις αρχές του ή και διε-φθαρμένο κόμμα; Αυτός που παραμένει για λόγους προσωπικού συμφέροντος ή φόβου; Αυτός που επιστρέφει σπίτι του απογοητευμένος; Αυτός που βρίσκει βουλευτική στέγη σε άλλο [όμορο ή μη] κόμμα;

Δεν ξέρω αν στην πολιτική ,και ιδίως στη συγκυριακή σκοπιμότητα,’ ’όλα επιτρέπονται’’. Ίσως ΝΑΙ, ίσως ΟΧΙ.  Η σχετική ετυμηγορία θα συνεκτιμήσει τα υποκειμενικά κίνητρα αλλά και τ’ αντικειμενικά δεδομένα [κι εντέλει την πορεία ζωής του καθενός].

Γιατί τα γράφω όλ’ αυτά;

Απλώς επειδή αν διαβάσει κάποιος δηλώσεις ‘πολιτικών’ πριν από 10 χρόνια, από 5 χρόνια, από 3 χρόνια και πριν από λίγους μήνες θα διαπιστώσει μεγάλη απόκλιση σε σχέση με όσα ισχυρίζονται σήμερα  καθώς ‘μετακομίζουν ‘από το παλιό [που μόνο το έβαψαν] στο νέο [όπως οι ίδιοι το βάφτισαν] πολιτικό σπίτι τους.

Έτσι όμως χάνεται η αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος κι έτσι χάνεται η εμπιστοσύνη των πολιτών στον Κοινοβουλευτισμό.

Ας μην ψάχνουν αλλού [και ιδίως στα λάθη του ΣΥΡΙΖΑ] τις αιτίες.  Το πρόβλημα της Ελλάδας είναι οι επαγγελματίες πολιτικοί και η πολιτική[τους] κουλτούρα.

ΥΓ. Τώρα που νίκησαν όλοι στο Κίνημα Αλλαγής δεν μένει παρά να ξαναεκλεγούν οι ίδιοι, ή οι κλώνοι τους, για να κυβερνήσουν[μόνοι τους;] καλύτερα απ’ ότι στο παρελθόν. Τους το εύχομαι καθώς βλέπω ότι σιγά-σιγά άρχισαν να μοιάζουν όλοι μεταξύ τους[στο λόγο, στον  αριστερό εχθρό ,στο στυλ], λες και προέκυψαν από μία αόρατη[;] κοινή μήτρα, της οποίας το ονοματεπώνυμο μάλλον είναι γνωστό σε άπαντες.

ΥΓ2.’’Κι εγώ έχω εξαργυρώσει

Κι εσύ έχεις εξαργυρωθεί’’ [Δ.Παπαδόπουλος]

Οι ιδεολογικές-πολιτικές ρίζες του Ερντογάν

Οι ιδεολογικές-πολιτικές ρίζες του Ερντογάν

Δημοσιεύθηκε 10 Δεκεμβρίου 2017

του Σταύρου Λυγερού  – 

Τα πολιτικά κινήματα που έχουν αναφορά το Ισλάμ το αντιλαμβάνονται όχι μόνο ως θρησκευτικό δόγμα, αλλά και ως πολιτική ιδεολογία και ως σύνολο κανόνων κοινωνικής συμπεριφοράς. Η τουρκική εκδοχή του ήταν πάντα μετριοπαθής, συγκρινόμενη με άλλες εκδοχές του. Η εξουδετέρωση του οθωμανογενούς πολιτικού Ισλάμ από τον Κεμάλ δεν έγινε αμέσως, επειδή στην πρώτη τουρκική Εθνοσυνέλευση (1923) συμμετείχαν πολλοί ισλαμιστές. Μόνο όταν ο Κεμάλ ένιωσε ισχυρός στο εσωτερικό προχώρησε σε απαγορεύσεις. Ο νόμος για τη διάλυση των θρησκευτικών ταγμάτων ψηφίσθηκε το 1925, αλλά τελικώς δεν επέτυχε τον στόχο του. Τα τάγματα επιβίωσαν ως αδελφότητες.

Για να επιβιώσει στις συνθήκες ασφυκτικής πίεσης που επέβαλε η κεμαλική στρατογραφειοκρατία, η τουρκική εκδοχή του πολιτικού Ισλάμ ήρθε σταδιακά σε μερική όσμωση μαζί της. Αποδέχθηκε ορισμένες ιδρυτικές αρχές της Τουρκικής Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα η δράση του να προσλάβει μεταρρυθμιστικό και όχι επαναστατικό-ανατρεπτικό χαρακτήρα, όπως συνέβη π.χ. με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα. Η πάγια τακτική του ήταν να εκμεταλλεύεται κάθε χαλάρωση των απαγορεύσεων και κάθε θεσμικό περιθώριο για να εκφρασθεί πολιτικά και να κερδίσει έδαφος.

Ο τουρκικός εθνικισμός επιχείρησε να μεταφράσει το Ισλάμ με βάση τους δικούς του στόχους, δημιουργώντας αυτό που ονομάσθηκε «τουρκοϊσλαμική σύνθεση». Στόχος του ήταν να συσπειρώσει γύρω από αυτή την εκδοχή τον λεγόμενο τουρκικό κόσμο, από την Αδριατική μέχρι το Σινικό Τείχος. Στην πραγματικότητα, το τουρκικό πολιτικό Ισλάμ (σουνιτικό) ενσωμάτωσε τις επιταγές του τουρκικού εθνικισμού και του τουρκικού κράτους. Ως εκ τούτου, η «τουρκοϊσλαμική σύνθεση» στρεφόταν εναντίον της ρωσικής επιρροής στην Κεντρική Ασία, ήταν ανταγωνιστική του σιιτικού Ισλάμ, που έχει κέντρο του το Ιράν και είχε ηγεμονικές βλέψεις έναντι του σουνιτικού αραβικού κόσμου.

Μετά την υιοθέτηση του πολυκομματισμού στην Τουρκία, στη δεκαετία του 1950, τις εκλογές κέρδισε το παραδοσιακό-συντηρητικό Δημοκρατικό Κόμμα του Αντνάν Μεντερές, που είχε απήχηση στους αγροτικούς πληθυσμούς της Ανατολίας. Ως κυβέρνηση χαλάρωσε το ασφυκτικό πλαίσιο του κεμαλικού καθεστώτος, επέτρεψε την άνθηση των θρησκευτικών δραστηριοτήτων και προσπάθησε να ενσωματώσει το πολιτικό Ισλάμ. Το νεοκεμαλικής έμπνευσης στρατιωτικό πραξικόπημα του 1960 ανέσχεσε αυτή την πορεία, αλλά το πολιτικό Ισλάμ συνέχισε να αποτελεί μια πολιτική πραγματικότητα με σημαντικό αντίκρισμα.

Η αυτόνομη  έκφραση του πολιτικού Ισλάμ

Στη δεκαετία του 1960, το Κόμμα Δικαιοσύνης του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ (διάδοχος του Δημοκρατικού Κόμματος) προσέφερε προστασία και πολιτική στέγη στο πολιτικό Ισλάμ, εισπράττοντας ψήφους. Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε το Κίνημα Εθνικής Άποψης, με κεντρικό πρόσωπο τον Νετζμεντίν Ερμπακάν. Αυτό είναι το κόμμα που προετοίμασε το έδαφος για την αυτόνομη και συγκροτημένη οργανωτική έκφραση του πολιτικού Ισλάμ. Η δημιουργία του Κινήματος Εθνικής Άποψης αντανακλά μια προσπάθεια ιδεολογικής σύνθεσης του τουρκισμού και του Ισλάμ – μιας σύνθεσης που σε θεωρητικό επίπεδο είχε επιχειρηθεί σε προηγούμενες δεκαετίες από τον Ζιγιά Γκιοκάλπ.

Το 1970, ο Ερμπακάν ίδρυσε το Κόμμα Εθνικής Τάξης, το οποίο απαγορεύθηκε μαζί με τα υπόλοιπα από τη δικτατορία του 1971. Ας σημειωθεί ότι την εποχή εκείνη το μετακεμαλικό καθεστώς είχε επιδοθεί σε μια ανηλεή σύγκρουση με τις οργανώσεις της άκρας Αριστεράς και στο πλαίσιο αυτό είχε ατύπως συμμαχήσει με το πολιτικό Ισλάμ.

Το 1972, οπότε επετράπη και πάλι η λειτουργία νέων κομμάτων, ο Ερμπακάν, ως αναμφισβήτητος πατέρας του σύγχρονου πολιτικού Ισλάμ στην Τουρκία, ίδρυσε το Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας. Στις εκλογές του 1973 απέσπασε περίπου 12%. Στις αρχές του 1974 το Κόμμα Εθνικής Σωτηρίας συμμετείχε στην ετερόκλητη κυβέρνηση συνασπισμού με το υπό τον Μπουλέντ Ετσεβίτ Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (είναι το κόμμα που ίδρυσε ο Κεμάλ). Το σημαντικότερο έργο εκείνης της κυβέρνησης ήταν η εισβολή στην Κύπρο. Ο επιθετικός εθνικισμός, άλλωστε, ήταν κοινός παρονομαστής του κεμαλισμού και της τουρκικής εκδοχής του πολιτικού Ισλάμ.

Η κατάκτηση ήταν για τους Οθωμανούς μέσο παραγωγής και γι’ αυτό όταν η αυτοκρατορία τους έπαψε να επεκτείνεται εισήλθε σε τροχιά παρακμής. Παρά την αντίθετη επίσημη ρητορική, η επιθετικότητα πέρασε στο γονίδιο της Τουρκικής Δημοκρατίας με τη μορφή του εθνικισμού πλέον. Το 1938-39 η Άγκυρα εκμεταλλεύθηκε μια ευκαιρία για να αποσπάσει την περιοχή της Αλεξανδρέττας από τη Συρία, η οποία βρισκόταν τότε υπό γαλλική εντολή.

Εξ αντιδιαστολής “φιλελευθερισμός”

Όπως προαναφέραμε, οι μεταπολεμικές συνθήκες στην Τουρκία ώθησαν το πολιτικό Ισλάμ να υιοθετήσει ιδεολογικά στοιχεία που δεν ήταν εξαρχής στον πυρήνα του. Υποστήριζε κάθε είδους εκδημοκρατισμό και φιλελευθεροποίηση, ακριβώς επειδή όλα αυτά θα χαλάρωναν τις πιέσεις που δεχόταν από την κεμαλική στρατογραφειοκρατία και θα διεύρυναν τα περιθώρια δράσης και επιρροής του. Σημαία του Ερμπακάν ήταν ο σεβασμός των θρησκευτικών ελευθεριών. Για τον ίδιο λόγο ενσωμάτωνε στο πρόγραμμά του και κάποιες μεταρρυθμίσεις που είχαν σκοπό την αποδυνάμωση του συγκεντρωτικού κράτους, όπως την ενίσχυση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, την υιοθέτηση του θεσμού του δημοψηφίσματος κ.λπ.

Κάτι αντίστοιχο ίσχυε και στην οικονομία. Ο Κεμάλ είχε υιοθετήσει τον κρατισμό για να αποκτήσει τον έλεγχο της οικονομίας από τις ευρωπαϊκές δυνάμεις και τους ντόπιους μη μουσουλμανικούς πληθυσμούς (Έλληνες, Αρμένιους και Εβραίους). Αυτό το επεδίωξε και στο πλαίσιο της αντίληψής του για τη μεγαλύτερη δυνατή εθνική ανεξαρτησία και κατ’ επέκταση για την εδραίωση του καθεστώτος του. Σε αντίθεση μ’ αυτή την παράδοση, το πολιτικό Ισλάμ εξωθήθηκε να υιοθετήσει πιο φιλελεύθερες αντιλήψεις.

Όχι μόνο επειδή αυτές ταίριαζαν στους μικρομεσαίους επιχειρηματίες της Ανατολίας, τους οποίους εκπροσωπούσε, αλλά και επειδή η υποχώρηση του κρατισμού αποδυνάμωνε προοπτικά την κεμαλική στρατογραφειοκρατία.

Το πολιτικό Ισλάμ, όμως, όπως εκφραζόταν από τον Ερμπακάν, διατήρησε την αρνητική στάση του έναντι των ΗΠΑ και ευρύτερα της Δύσης. Γι’ αυτό και επί πολλά χρόνια, ήταν στη μέγγενη. Το πίεζαν από τη μία πλευρά η κυρίαρχη κεμαλική στρατογραφειοκρατία και από την άλλη η Ουάσιγκτον. Και οι δύο αυτοί παράγοντες θεωρούσαν το κίνημα του Ερμπακάν δυνάμει απειλή.

Ο Ερμπακάν ήταν ο πολιτικός πατέρας του Ερντογάν και των άλλων τριών (Γκιούλ, Αρίντς και Σενέρ) που αποσχίσθηκαν από το παραδοσιακό κόμμα του πολιτικού Ισλάμ και ίδρυσαν το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Το γιατί προχώρησαν σε απόσχιση, πως έγιναν οι “αγαπημένοι” της Ουάσιγκτον και πως έφθασαν να κερδίσουν τις εκλογές του 2002 και να σχηματίσουν κυβέρνηση θα το εξετάσουμε σε επόμενο άρθρο.

Όλο το παρασκήνιο της επίσκεψης Ερντογάν

Όλο το παρασκήνιο της επίσκεψης Ερντογάν

09:01 | 10 Δεκ. 2017

Η επίσκεψη Ερντογάν περνά στην ιστορία, η ουσία και το αποτύπωμά της στις ελληνοτουρκικές σχέσεις θα μετρηθεί τους επόμενους μήνες – ως είθισται, άλλωστε, στην εξωτερική πολιτική και την διπλωματία –, κι εκείνο που μένει, και ως χρήσιμος ίσως δείκτης προθέσεων κι επιδιώξεων, είναι το παρασκήνιό της.

Το εν λόγω παρασκήνιο απαντά, πλην των άλλων, και σε αρκετά ερωτήματα του μιντιακού και πολιτικού θορύβου που προκάλεσε η επίσκεψη. Κυρίως, όμως, αποδεικνύει πως ο Ταγίπ Ερντογάν ήρθε στην Αθήνα αποφασισμένος να σπάσει όλα τα πρωτόκολλα και τους κώδικες του συμβατικού διπλωματικού πλαισίου.

Η συνέντευξη στον ΣΚΑΙ

Το πρώτο πρωτόκολλο που έσπασε ο τούρκος πρόεδρος ήταν η παραβίαση της πάγιας διπλωματικής πρακτικής που προβλέπει την ισοβαρή επικοινωνιακή προβολή δύο ηγετών κατά την ανταλλαγή επίσημων επισκέψεων. Σύμφωνα με τις πληροφορίες, η συμφωνία που είχε γίνει κατά την προετοιμασία του ταξιδιού ήταν πως ο Αλέξης Τσίπρας θα έδινε μια συνέντευξη με γραπτές ερωτήσεις στο τουρκικό πρακτορείο Anadolu – όπως και έγινε – και ο Ταγίπ Ερντογάν μια αντίστοιχη συνέντευξη στο ΑΠΕ. Η συνέντευξη στο ΑΠΕ όμως δεν δόθηκε ποτέ, και αντ’ αυτής, ο Ταγίπ Ερντογάν αποφάσισε να δώσει την γνωστή τηλεοπτική συνέντευξη στον ΣΚΑΙ όπου και έθεσε το ζήτημα της Συνθήκης της Λωζάνης. Η συνέντευξη στον ΣΚΑΙ και στον Αλέξη Παπαχελά δόθηκε την Τρίτη, μία ημέρα πριν από την προβολή της, και η κυβέρνηση και η Προεδρία της Δημοκρατίας την πληροφορήθηκαν από το τηλεοπτικό τρέηλερ.

Η μετάδοση της συνέντευξης και η ευθεία αμφισβήτηση της Συνθήκης της Λωζάνης από τον Ερντογάν ενεργοποίησαν γενικό συναγερμό. Εν τέλει, και μετά από κύκλο επαφών μεταξύ Μαξίμου, υπουργείου Εξωτερικών και Προεδρίας της Δημοκρατίας, αποφασίστηκε να υπάρξει άμεση απάντηση από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο. Παράλληλα, έγινε διάβημα στην Άγκυρα από την Προεδρία της Δημοκρατίας για παραβίαση των όσων είχαν συμφωνηθεί κατά την προετοιμασία της επίσκεψης. Σημειώνεται εδώ ότι τους χειρισμούς από την πλευρά της Προεδρίας έκανε ο Γενικός Γραμματέας της ΠτΔ πρέσβης Γιώργος Γεννηματάς, ο οποίος θεωρείται εξαιρετικά έμπειρος στα ελληνοτουρκικά και, μεταξύ άλλων, έχει διατελέσει πρέσβης στην Άγκυρα και Γενικός Γραμματέας του υπουργείου Εξωτερικών.

Στο Προεδρικό Μέγαρο

Τα όσα είπε ο Ερντογάν στη συνέντευξη δεν άφησαν και πολλά περιθώρια αμφιβολιών για τις περαιτέρω προθέσεις του και η δημόσια απάντηση που του έδωσε το πρωί ο Προκόπης Παυλόπουλος στο Προεδρικό Μέγαρο δεν ήταν προϊόν αυτοσχεδιασμού. Λίγο αργότερα πηγές του Μαξίμου διαμήνυαν ότι «ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εξέφρασε τις πάγιες θέσεις της ελληνικής κυβέρνησης». Σύμφωνα με πληροφορίες, πάντως, υπήρξαν και απόψεις εντός της κυβέρνησης σύμφωνα με τις οποίες ο Προκόπης Παυλόπουλος κινήθηκε σε τόνους κατά τι υψηλότερους από εκείνους που θα έπρεπε. Κατά άλλες πηγές επίσης, η Προεδρία της Δημοκρατίας φέρεται να είχε εκφράσει και μεταφέρει στο υπουργείο Εξωτερικών επιφυλάξεις για «γκρίζες ζώνες» στο πρόγραμμα και την ατζέντα Ερντογάν, εξ ου και η καθυστέρηση στην αποστολή της επίσημης πρόσκλησης από τον Προκόπη Παυλόπουλο.

Το τετ-α-τετ με τον Αλέξη Τσίπρα

Το πιο ενδιαφέρον ωστόσο, και ίσως και πιο ουσιώδες μέρος της επίσκεψης Ερντογάν, ήταν εκείνο της συνάντησής του με τον πρωθυπουργό. Αρχικά, η συνάντηση είχε προγραμματιστεί να διαρκέσει μία ώρα, τελικά όμως η διάρκειά της ξεπέρασε τις δυόμισι ώρα και έγινε αποκλειστικά μεταξύ Αλέξη Τσίπρα και Ταγίπ Ερντογάν, παρουσία μόνον των μεταφραστών και χωρίς κανέναν υπουργό ή άλλον παράγοντα από αμφότερες τις πλευρές.

Σ’ αυτό το τετ α τετ οι πληροφορίες φέρουν τον έλληνα πρωθυπουργό να έθεσε τον Ερντογάν ενώπιον όλων των ζητημάτων καλώντας τον να μιλήσουν καθαρά και ανοιχτά για τα πάντα. Σύμφωνα, μάλιστα, με την RealNews το σαφές μήνυμα του πρωθυπουργού  προς τον Ερντογάν ήταν πως εάν δεν υπάρξει πρόοδος στα ελληνοτουρκικά μέσα στο 2018, τότε η Άγκυρα θα πρέπει να ξέρει ότι ρισκάρει να χάσει και τον τελευταίο της υποστηρικτή στην Ε.Ε., δηλαδή την ελληνική κυβέρνηση. «Ταγίπ πυροβολείς τα πόδια σου», φέρεται να ήταν η χαρακτηριστική φράση του Αλέξη Τσίπρα.

Η ανοιχτή αυτή συζήτηση έπαιξε τον δικό της ρόλο και στο κατέβασμα των τόνων από την πλευρά του τούρκου προέδρου στην κοινή συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε στο Μαξίμου. Ακόμη πιο συγκρατημένος εμφανίστηκε ο Ταγίπ Ερντογάν την επόμενη ημέρα, στην Κομοτηνή. Εδώ, κυβερνητικές πηγές τονίζουν ότι η επίσκεψη στην Θράκη είχε προετοιμαστεί και «θωρακιστεί» σε πολλαπλό επίπεδο, πολιτικό, διπλωματικό αλλά και τοπικό και ως απόδειξη τούτου, σημειώνουν και το γεγονός ότι οι υποστηρικτές του Ερντογάν που συγκεντρώθηκαν για να τον επευφημήσουν δεν ξεπερνούσαν εν τέλει τα 500 άτομα.