Spiegel: Γιατί η Μέρκελ μπορεί και να χάσει

ι μήνες πριν οι Γερμανοί οδηγηθούν στις κάλπες, η επανεκλογή της Άνγκελα Μέρκελ αμφισβητείται περισσότερο από κάθε άλλη φορά τα τελευταία χρόνια. H υποψηφιότητα του Μάρτιν Σουλτς έχει προκαλέσει έναν ενθουσιασμό στους Σοσιαλδημοκράτες (SPD), στοιχείο που λείπει από το χριστιανοδημοκρατικό κόμμα (CDU) της Μέρκελ, όπως παρατηρεί το Spiegel.

Το ερώτημα που θέτει το γερμανικό περιοδικό, και πολλοί αναλυτές στη Γερμανία, είναι κατά πόσο η Μέρκελ έχει πέσει στην ίδια παγίδα που έπεσε κάποτε ο Χέλμουτ Κολ. Ποια ήταν αυτή; Η αδυναμία να αναγνωρίσει την κούραση του εκλογικού σώματος από τη μακροχρόνια παραμονή στην εξουσία. Το 1998 ο Κολ δεν μπόρεσε να αντιληφθεί αυτή την κούραση και έτσι έχασε τις εκλογές από το Γκέρχαρντ Σρέντερ. Σχεδόν δύο δεκαετίες πίσω, μιλώντας για το πολιτικό της μέλλον, η Μέρκελ είχε δηλώσει πως θέλει να αποφύγει κάτι τέτοιο. Όμως μπορεί;
Πριν από μερικές εβδομάδες το μόνο θέμα συζήτησης ήταν το μέγεθος της ήττας των Σοσιαλδημοκρατών και αν το κόμμα θα έμενε απλώς στην αντιπολίτευση ή θα συμμετείχε και πάλι σε έναν κυβερνητικό συνασπισμό με τους Χριστιανοδημοκράτες, ως μικρός εταίρος. Σήμερα το κλίμα είναι τελείως διαφορετικό. Ο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, απροσδόκητα, παραιτήθηκε από την ηγεσία και παρέδωσε την σκυτάλη στον Μάρτιν Σουλτς, ο οποίος έχει δώσει νέα δυναμική.

Περίπου το 50% των Γερμανών στις δημοσκοπήσεις δηλώνουν πως επιθυμούν η νέα κυβέρνηση της χώρας να σχηματιστεί από το SPD, ποσοστό σχεδόν 14 μονάδες υψηλότερo από τις τελευταίες εκλογές του 2013. Αντίθετα μόλις το 39% δηλώνει πως επιθυμεί την παραμονή της Μέρκελ στην εξουσία. Επίσης ο Σουλτς προηγείται σημαντικά σε δημοφιλία της Μέρκελ και τα ποσοστά του SPD έχουν εκτοξευτεί, προμηνύοντας μια οριακή μάχη για την καγκελαρία, καθώς η διαφορά των δύο κομμάτων βρίσκεται στις 3 μονάδες. Το σίγουρο είναι πως έχουν περάσει σχεδόν 20 χρόνια από τότε που υποψήφιος των Σοσιαλδημοκρατών είχε προβάδισμα έναντι του υποψηφίου των Χριστιανοδημοκρατών. Ήταν το 1998 όταν ο Γκέρχαρντ Σρέντερ ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του έναντι του Χέλμουτ Κολ και τελικά ήταν κι αυτός που επικράτησε.

Πλησιάζει όμως, αλήθεια, το τέλος της εποχής της Μέρκελ; Οι αριθμοί δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλή συμπεράσματα, πόσο μάλλον όταν οι δημοσκοπήσεις έχουν επανειλημμένα πέσει έξω. Ωστόσο το πολιτικό κλίμα στη Γερμανία έχει αλλάξει. Ακόμη και άνθρωποι από το στρατόπεδο της Μέρκελ παραδέχονται πως «η τάση είναι σαφής» και επί του παρόντος ενισχύεται ο Μάρτιν Σουλτς και το SPD.

Γενικά στο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα πνέει ένας άνεμος αισιοδοξίας. Χιλιάδες νέα μελη έχουν εγγραφεί μετά την ανακοίνωση της υποψηφιότητας του Σουλτς, ο οποίος μεταξύ άλλων διατηρεί τη γοητεία του «άγνωστου» για τη γερμανική κοινωνία, καθώς εδώ και χρόνια βρισκόταν στις Βρυξέλλες. Παρά τη μεγάλη εμπειρία του, πρόκειται για έναν πολιτικό που δεν προήλθε από την πολιτική ελίτ. Είναι αυτοδίδακτος και αυτοδημιούργητος, χωρίς πτυχία και «βαριά χαρτιά» και αυτό τον κάνει πιο προσιτό στο γερμανικό κοινό. Ένα επίσης σημαντικό στοιχείο του είναι ο αέρας που αποπνέει. Η εικόνα του είναι τελείως διαφορετική από αυτή της Άνγκελα Μέρκελ, και όπως υπογραμμίζει το Spiegel, στις εκλογικές αναμετρήσεις υπάρχει πάντα ένα στοιχείο αυθυποβολής. Η πίστη στη νίκη, έστω και προσποιητή, μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα, και ο Σούλτς δηλώνει σε κάθε τόνο πως μπορεί να γίνει ο επόμενος καγκελάριος της Γερμανίας.

Ενδεικτικό είναι πως ο Μάρτιν Σούλτς, σύμφωνα πάντα με τις δημοσκοπήσεις αλλά και με κάποιες προσωπικές ιστορίες που παρουσιάζει το Spiegel, έχει καταφέρει να προσελκύσει πρώην ψηφοφόρους ακόμη και των Συντηρητικών ή και του ακροδεξιού «Εναλλακτική για τη Γερμανία». Ο υποψήφιος του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος συνδυάζει μια κεντροαριστερή πολιτική πλατφόρμα, με σταθερή δέσμευση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ανθρωπιστική προσέγγιση στην προσφυγική κρίση, αλλά και μια ρητορική που έχει απήχηση στα λαϊκά στρώματα. Οι Σοσιαλδημοκράτες μοιάζουν να αποκτούν πολιτική ταυτότητα και το μήνυμά τους είναι σαφές: «Η Μέρκελ πρέπει να φύγει από την εξουσία».

Από την πλευρά τους, στο στρατόπεδο των Χριστιανοδημοκρατών εξετάζουν διάφορα σενάρια για το πως θα αντιμετωπίσουν τον Μάρτιν Σουλτς. Η υποψηφιότητά του τους αιφνιδίασε, καθώς όλοι περιμέναν τον Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, για τον οποίο δεν χρειαζόταν και ιδιαίτερο σχεδιασμός. Σύμφωνα με το Spiegel, πολλοί στο CDU ήδη αναζητούν το παρελθόν του Σουλτς στο ευρωκοινοβούλιο ευελπιστώντας πως θα βρουν κάποιο σκοτεινό σημείο του. Ο Χέρμπερτ Ρόιλ, επικεφαλής της ομάδας των Γερμανών χριστιανοδημοκρατών ευρωβουλευτών, με μήνυμα που απέστειλε σε όλους τους συναδέλφους του ζήτησε να τον ενημερώσουν για οποιοδήποτε περιστατικό που αφορά το παρελθόν του Μάρτιν Σουλτς.

Στο Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα γνωρίζουν πως μεταξύ άλλων, εκτός από τα όποια προτερήματα του πολιτικού τους αντιπάλου, καλούνται να αντιμετωπίσουν και την περιέργεια που γεννά στην κοινή γνώμη η έμπειρη αλλά και ταυτόχρονα άγνωστη πολιτική φυσιογνωμία του Μάρτιν Σουλτς. Σε αυτό το πλαίσιο, στο CDU φαίνεται πως προσανατολίζονται στο να προβάλουν την «αξιοπιστία και σταθερότητα» που μπορεί να προσφέρει η Άνγκελα Μέρκελ σε ένα «χαοτικό κόσμο», χρησιμοποιώντας ως αντιπαράδειγμα την περίπτωση του Ντοναλντ Τραμπ.

Ταυτόχρονα όμως έχουν να αντιμετωπίσουν δύο πολύ βασικά ζητήματα. Το πρώτο είναι η πόλωση που προκάλεσε στη γερμανική κοινωνία η πολιτική της στο προσφυγικό. Οι αντιδράσεις για τα ανοιχτά σύνορα δεν περιορίστηκαν στον ακροδεξιό χώρο, αλλά επεκτάθηκαν και στο εσωτερικό του συντηρητικού συνασπισμού, της συνεργασίας των Χριστιανοδημοκρατών (CDU) και Χριστιανοκοινωνιστών (CSU). Η ηγεσία του αδελφού κόμματος της Μέρκελ εξαπέλυσε σφοδρά πυρά κατά της καγκελαρίου για τη στάση της στο προσφυγικό. Παρά τις απειλές τελικά ανακοίνωσε, έστω και χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασμό, την υποστήριξή του στην Άνγκελα Μέρκελ.

Στο εσωτερικό των συντηρητικών υπάρχει έντονη αντιπαράθεση και για άλλα ζητήματα, που άπτονται της εξωτερικής και της εσωτερικής πολιτικής. Αυτό που επιρρίπτουν στη Μέρκελ είναι πως με τις πολιτικές της έχει παραμελήσει τη συντηρητική βάση του κόμματος. Η ηγεσία των Χριστιανοκοινωνιστών σε καμία περίπτωση δεν σκέφτεται να τορπιλίσει την προεκλογική εκστρατεία, αυτό όμως που επιδιώκει είναι να διασφαλίσει πως σε μια ενδεχόμενη ήττα μόνη υπεύθυνη θα είναι η Άνγκελα Μέρκελ. Η διάσκεψη κορυφής των δύο κομμάτων που πραγματοποιήθηκε την περασμένη εβδομάδα και στην οποία η ηγεσία του CSU εξέφρασε την υποστήριξή της στην Άνγκελα Μέρκελ, σύμφωνα με το Spiegel, αποτελεί απλώς μια προσωρινή κατάπαυση του πυρός.

Στο εσωτερικό του CDU γνωρίζουν πως η διαμάχη της Μέρκελ με την ηγεσία του CSU είναι μια σημαντική πληγή, όμως υπάρχει ένα σημαντικότερο ζήτημα και αυτό είναι η κούραση, που επέρχεται μετά από μια 12ετία στην εξουσία. Κανείς πολιτικός δεν είναι άφθαρτος στην πάροδο του χρόνου και τα παραδείγματα είναι πολλά. Αυτή η κούραση δεν παρατηρείται μόνο στο εκλογικό σώμα, αλλά καταγράφεται και στο εσωτερικό της συντηρητικής συμμαχίας, η οποία μοιάζει πιο εύθραυστη από ποτέ.

Η Μέρκελ φαίνεται να έχει φθαρεί και εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο πρόβλημα για την ίδια και το κόμμα της, όπως υπογραμμίζει το γερμανικό περιοδικό. Συχνά η ψήφος των πολιτών είναι ψήφος αμφισβήτησης και αντίδρασης ενάντια σε ένα κατεστημένο και ως τέτοιο λογίζονται η Μέρκελ και οι Χριστιανοδημοκράτες για μεγάλο μέρος της γερμανικής κοινωνίας. Για μήνες η καγκελάριος δίσταζε να δηλώσει την πρόθεσή της να είναι εκ νέου υποψήφια. Πολλοί στο κόμμα της έλεγαν πως αυτή η στάση ήταν ένας συνδυασμός φιλαρέσκειας και τακτικής. Αυτό όμως είναι μόνο ένα μέρος της αλήθειας, αναφέρει το Spiegel. Σύμφωνα με το γερμανικό περιοδικό στην απόφασή της συνέβαλε και η νίκη του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ. Λίγες ήμερες αργότερα ανακοίνωσε επίσημα την υποψηφιότητά της, υποστηρίζοντας πως πολλοί της το ζήτησαν καθώς «με την εμπειρία της θα μπορούσε να προστατέψει τα συμφέροντα της Γερμανίας σε τόσο αβέβαιους καιρούς». Ακουγόταν σαν να είχε εξαναγκαστεί, γράφει το Spiegel, υπογραμμίζοντας πως η δράση και οι εντάσεις σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν στοιχεία του χαρακτήρα της.

Ένα από τα πλεονεκτήματα της Μέρκελ ήταν πως με την πολιτικής της σπάνια προκαλούσε εντάσεις στο εσωτερικό της Γερμανίας, όμως με την πολιτική της στο προσφυγικό αυτό άλλαξε. Από το καλοκαίρι του 2015, όπως γράφει το Spiegel, η Μέρκελ πόλωσε για πρώτη φορά και από κάποιους αντιμετωπίζεται πλέον όπως η Χίλαρι Κλίντον στις ΗΠΑ. «Θα προτιμούσαν να κόψουν το χέρι τους από το να ψηφίσουν Μέρκελ», δηλώνει έμπιστος της καγκελαρίου. Δεν είναι τυχαίο πως στις τελευταίες περιφερειακές εκλογές επέλεγε το κοινό στις ομιλίες της ώστε να αποφύγει τυχόν αποδοκιμασίες.

Σχετικά με τη στρατηγική που θα ακολουθήσει ο Μάρτιν Σουλτς, προς στιγμήν φαίνεται να αποφεύγει να αναφερθεί σε συγκεκριμένα οικονομικά μέτρα. Τι θα γίνει με το φόρο περιουσίας; Αν θα αυξηθούν οι συντάξεις; Ποιο θα είναι το ύψος των δαπανών για την εκπαίδευση; Οι υποψήφιοι του SPD την έχουν πατήσει στο παρελθόν με αυτά τα ζητήματα και ο Σουλτς φαίνεται να έχει πάρει το μάθημά του. Εξάλλου το ίδιο κάνει και η Μέρκελ, που τα αφήνει όλα ανοιχτά για το τέλος. Όπως γράφει το Spiegel, στην προεκλογική του εκστρατεία ο Σουλτς δεν επιθυμεί να επαναλάβει τις κινήσεις των προηγούμενων υποψηφίων του SPD. Ενδεχομένως να μη το χρειάζεται. Στην παρούσα φάση η υποψηφιότητα του Σουλτς φαίνεται να ενσωματώνει τις ελπίδες ενός μεγάλου μέρους της γερμανικής κοινωνίας. Αντανακλά την αλλαγή και το όραμα για το μέλλον, και αυτό φαίνεται αρκετοί ψηφοφόροι να το θεωρούν σημαντικότερο από τον προγραμματισμό της Μέρκελ. Πόσοι ακριβώς, μένει να φανεί στις κάλπες.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s