Νέα μέτρα – εκλογές: Όψεις του ίδιου νομίσματος

Τρίτη 21,

Μάρτιος 2017

 

Νέα μέτρα – εκλογές: Όψεις του ίδιου νομίσματος

ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΓΚΙΒΑΛΟΣ*

Δύο χρόνια συμπληρώθηκαν από τη σημαντική, ιστορικού χαρακτήρα πολιτική αλλαγή που συντελέστηκε στην Ελλάδα με τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου του 2015. Πύκνωσε ασφυκτικά ο πολιτικός χρόνος στο μικρό αυτό διάστημα. Η Ευρώπη οδηγείται σήμερα στη διάλυση, προσεγγίζει απειλητικά το σημείο «μη επιστροφής».

Η οικονομική κρίση διαλύει τις κοινωνίες, αποσυνθέτει τις παραγωγικές δυνάμεις, διαμορφώνει μείζονες εντάσεις και συγκρούσεις μεταξύ κρατών και λαών. Ποιος μπορούσε να προβλέψει, να φανταστεί έστω, πριν από δύο χρόνια την εκλογή ενός Τραμπ στις ΗΠΑ ή το Brexit και τις έντονες διαιρέσεις και ανισότητες στην Ευρωπαϊκή Ένωση;

Κι όμως οι ίδιοι μηχανισμοί που δημιούργησαν τις εξελίξεις αυτές συνεχίζουν απτόητοι το καταστροφικό τους έργο. Η παγκοσμιοποίηση, η χρηματοπιστωτική ολιγαρχία και οι πολιτικοί εντολοδόχοι της μετασχηματίζονται προκειμένου να ενσωματώσουν τη μαζική κοινωνική διαμαρτυρία και αντίθεση με «σήματα» τον εθνικισμό, την απομόνωση, τον ρατσισμό.

Στη δίνη των καταστροφικών αυτών μηχανισμών βρίσκεται η Ελλάδα εδώ και εφτά χρόνια. Ιδιαίτερα όμως την τελευταία διετία ο απηνής και συνεχής οικονομικός πόλεμος κατά της χώρας μας επεκτάθηκε και επικεντρώθηκε σ’ έναν πολιτικό και ιδεολογικό πόλεμο, που εξαπολύθηκε όχι απλώς κατά της κυβέρνησης, αλλά κυρίως κατά της «απείθαρχης» κοινωνικής πλειοψηφίας που τόλμησε στο δημοψήφισμα να αψηφήσει τις βουλήσεις και τις εντολές του «συστήματος» Σόιμπλε και των δανειστών.

Το πολιτικό και οικονομικό πραξικόπημα της 13ης Ιουλίου του 2015, οι ανήκουστοι εκβιασμοί και οι απειλές που διατυπώθηκαν τότε συνιστούν ακριβώς κατάδηλες και απροκάλυπτες μορφές αυτού του διαρκούς πολιτικού πολέμου, που συνεχίζεται και σήμερα χωρίς διακοπή.

 

Η γερμανική συνταγή του Grexit

Το τρίπτυχο του νέου εκβιασμού; Νέα μέτρα – εκλογές – Grexit. Δεν πρόκειται προφανώς για εναλλακτικές λύσεις ή διεξόδους, αλλά για διαφοροποιημένες εκφράσεις και εκδοχές της βασικής στρατηγικής της γερμανικής ελίτ, όπως εκφράζεται από τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε στις ακόλουθες πτυχές της:

Η ελληνική κυβέρνηση είναι ανεπιθύμητη. Η Ελλάδα πρέπει να αποχωρήσει από την Ευρωζώνη με μεθοδεύσεις, μάλιστα, που θα εμφανίσουν ότι η αποχώρηση αυτή συντελείται με δική της απόφαση. Αυτή ακριβώς η εξέλιξη θα αποτελέσει το εναρκτήριο λάκτισμα για την προώθηση της αναμόρφωσης της Ευρωζώνης και τη μετατροπή της σ’ ένα σχήμα πολλών και άνισων μεταξύ τους «ταχυτήτων». Αυτή η αναδίπλωση, το χτίσιμο ενός εσωτερικού τείχους, θα μπορέσει –κατά τους εμπνευστές του σχεδίου– να διατηρήσει αλώβητη, να καταστήσει απρόσβλητη τη γερμανική απολυταρχία πάνω σ’ ολόκληρη την Ευρώπη.

Εάν ανατρέξουμε λεπτομερώς στις δηλώσεις και «επισημάνσεις» του Γερμανού υπουργού Οικονομικών, θα διαπιστώσουμε ότι δεν υπάρχει ούτε μία θετική δήλωση ούτε καν μια «ουδέτερη» τεχνική επισήμανση που να αναφέρεται στις μακροοικονομικές επιτυχίες της ελληνικής κυβέρνησης όσον αφορά στην επίτευξη και υπερκάλυψη των στόχων που ετέθησαν στο τρίτο Μνημόνιο, στη συμφωνία της 13ης Ιουλίου 2015. Αντίθετα, τέθηκε σε εφαρμογή ήδη από τα μέσα του παρελθόντος Νοεμβρίου η επιχείρηση της νέας προβοκάτσιας, της ανοιχτής υπονόμευσης της αξιολόγησης, που θα έπρεπε, με βάση τη σύγκλιση των διαπραγματεύσεων, να έχει ολοκληρωθεί στις αρχές του Δεκεμβρίου του 2016.

Η θεατρική παράσταση Σόιμπλε – ΔΝΤ

Έκτοτε η αξιολόγηση παραπέμπεται στο απώτερο μέλλον και οι περίφημες «διαπραγματεύσεις» οδηγήθηκαν στη «μαύρη οπή» που διαμορφώνεται από τη συμμετοχή και τον πιθανό ρόλο του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου στο «ελληνικό πρόγραμμα». Πρόκειται για μια προετοιμασμένη θεατρική παράσταση με προκαθορισμένους τους ρόλους του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και του ΔΝΤ, μια παράσταση στην οποία οι υπόλοιποι ευρωπαϊκοί θεσμοί και τα πρόσωπα που τους εκπροσωπούν διαδραματίζουν τους ρόλους των κομπάρσων, των αναλυτών και των σχολιαστών, χωρίς να τοποθετούνται ευκρινώς και σαφώς στον πυρήνα του προβλήματος.

Στη θεατρική αυτή παράσταση έχει καταργηθεί κάθε όριο της κοινής λογικής. Το ΔΝΤ χαρακτηρίζει το χρέος «εξαιρετικά μη βιώσιμο» και ζητεί πλεονάσματα της τάξης του 1,5%, ενώ ο Β. Σόιμπλε απαιτεί πλεονάσματα ύψους 3,5% δεκαετούς διάρκειας, εκτιμώντας ότι δεν απαιτούνται πρόσθετα μέτρα για το χρέος… Πώς γεφυρώνεται αυτή η μείζων αντίφαση; Μήπως με μια «πρόταση» που θα περιλαμβάνει τελικώς το άθροισμα των απαιτήσεων των δανειστών, με προφανώς πολλαπλασιαστικές αρνητικές συνέπειες τόσο σε οικονομικό όσο και σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο;

Βρυξέλλες: Συμβιβασμός και εκβιασμός

Όπως διαφαίνεται, στο «μαγειρείο» των Βρυξελλών, στην Κομισιόν, διαμορφώνεται τις τελευταίες μέρες ένα «σχέδιο συμβιβασμού» που θα έχει περισσότερο πολιτικό χαρακτήρα, παρά θα οδηγεί σε οικονομική – αναπτυξιακή διέξοδο. Και μόνο το γεγονός ότι μια τέτοια κίνηση της Κομισιόν προϋποθέτει τη συμφωνία μεταξύ Σόιμπλε και ΔΝΤ μας καθιστά ακόμα πιο επιφυλακτικούς. Γιατί η κάθε πλευρά από τους δύο «συνεταίρους» επιδιώκει να προβάλει τα πολιτικά της κέρδη σε βάρος τελικά της χώρας μας.

Η απαίτηση του Βόλφγκανγκ Σόιμπλε για πλεονάσματα της τάξης του 3,5% υποστηρίζεται τώρα ότι μπορεί να ισχύσει για μία πενταετία έναντι της δεκαετίας που απαιτούσε μέχρι τώρα. Αντίστοιχα, η μείωση του αφορολόγητου, που εμμόνως ζητά το Ταμείο, προτείνεται να εφαρμοστεί σταδιακά μετά το 2018, ενώ το θέμα των ομαδικών απολύσεων παραμένει «ομιχλώδες».

Ποιο είναι το «αντίδωρο»; Η «περιγραφή» των μέτρων μεσοπρόθεσμου χαρακτήρα για το χρέος –ώστε να γεφυρωθεί η προσχηματική αντίθεση μεταξύ ΔΝΤ και Β. Σόιμπλε–, γεγονός που θα επιτρέψει την παραμονή του Ταμείου, έστω και ως τεχνικού συμβούλου, ώστε στη συνέχεια να συντελεστεί η ένταξη της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης (QE) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Από τώρα νομοθέτηση των μέτρων ή μελλοντική λειτουργία του περίφημου «κόφτη»; Το δίλημμα αυτό είναι κρίσιμο και αφορά όχι απλώς στο μέλλον της κυβέρνησης, αλλά στην ίδια την πορεία και την τύχη της χώρας το αμέσως προσεχές διάστημα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η κυβέρνηση δοκιμάζεται στα κρίσιμα πεδία ενός συμβιβασμού που μπορεί να έχει οριακό χαρακτήρα.

Όμως το πρόβλημα είναι ευρύτερο. Γιατί οι δανειστές και το «σύστημα» Σόιμπλε θέλουν να διατηρούν τη χώρα στο ακραίο ελάχιστο όριο επιβίωσης. Γι’ αυτό και τώρα που διαμορφώνονται κάποιες πρωτογενείς, κάποιες ατελείς προϋποθέσεις εξόδου, επιδιώκουν και αυτές να τις αποτρέψουν. Είναι προφανές ότι δεν είναι δυνατόν να επιτευχθούν τόσο υψηλά πλεονάσματα όταν δεν μπορεί να επανεκκινήσει η παραγωγική και οικονομική διαδικασία, όταν μειώνεται συνεχώς η αγοραστική δύναμη, όπως και οι πόροι των πολιτών. Άλλωστε, τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος έχουν ως πυρήνα της λογικής τους τη δημοσιονομική χαλάρωση, την τόνωση της αγοράς, την αύξηση της κατανάλωσης και των επενδύσεων, και όχι το αντίθετο.

Γι’ αυτό και μια τέτοια συμφωνία, πέρα από το βαρύ πολιτικό και οικονομικό κόστος, εμπεριέχει στον πυρήνα της το αδιέξοδο και την αποτυχία. Προσφέρει μόνο πολιτικό χρόνο και άλλοθι στους δήθεν διαφωνούντες εταίρους, το ΔΝΤ και το Βερολίνο. Είναι ένα είδος «διαβατηρίου» για τις γερμανικές εκλογές και την παραμονή του Ταμείου στην Ευρώπη. Όσο γι’ αυτό το τελευταίο, ο μόνος παράγοντας ανατροπής είναι ο «απρόβλεπτος» Ντόναλντ Τραμπ.

Ασφαλώς, σ’ αυτό το νέο, ιστορικά κρίσιμο σκηνικό που διαμορφώνεται, η ελληνική κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε σοβαρά διλήμματα. Η 6η Φεβρουαρίου δεν είναι βέβαιο ότι θα ξεκαθαρίσει τους όρους και τον ρόλο του ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, ενώ η 20ή Φεβρουαρίου εμφανίζεται ως πεδίο συμπύκνωσης μειζόνων αντιφάσεων που μπορεί να δρομολογήσουν κάθε είδους εξελίξεις.

 

Προσφυγή στις κάλπες: Η εσχάτη πλάνη

Σε κάθε περίπτωση, η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να στηρίξει τις θέσεις της, να δημοσιοποιήσει τις αντιρρήσεις της, να αποκαλύπτει συνεχώς και ντοκουμενταρισμένα τις παράλογες απαιτήσεις και τα εκβιαστικά διλήμματα. Πρέπει να σταθεί ψύχραιμα και ανυποχώρητα στο ύψος των περιστάσεων, με βασικό γνώμονα και απόλυτο κριτήριο τη σωτηρία της χώρας και του λαού, την έξοδο από την κρίση.

Μια τέτοια στρατηγική θα πρέπει να αποκλείσει κατηγορηματικά τη «λύση» της προσφυγής στις κάλπες. Η μεγάλη κοινωνική πλειοψηφία που ανέδειξε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ στις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015 την ψήφισε όχι απλώς για να διαχειριστεί ένα επαχθές Μνημόνιο, αλλά για να προασπίσει τα συμφέροντά της, το μέλλον της χώρας, στις στιγμές της κρίσης και των ρήξεων.

Η καταφυγή στις κάλπες θα σήμαινε την άρνηση αυτού του ιστορικού χρέους, θα έδινε το μήνυμα της ηττοπάθειας, της άνευ όρων υποχώρησης. Θα έστρωνε στην ουσία το «χαλί» ώστε να επανέλθει θριαμβευτικά στο προσκήνιο το σύστημα των εθελόδουλων – διαπλεκόμενων κομμάτων και μηχανισμών, που όχι μόνο υιοθετούν απνευστί τις θέσεις και τις επιλογές των πλέον ακραίων πυρήνων των δανειστών, αλλά και εκλιπαρούν γονατιστοί τα «αφεντικά» τους να τους φέρουν στην εξουσία, στην κυβέρνηση, ώστε να αποκαταστήσουν τον –προσωρινώς κατ’ αυτούς– απωλεσθέντα παράδεισο της νεοφιλελεύθερης – μνημονιακής πολιτικής και των βαρόνων της διαπλοκής και των ΜΜΕ.

Σε κάθε περίπτωση, πέρα από τους μείζονες εθνικούς και πολιτικούς στόχους, η κυβέρνηση οφείλει να διατηρεί και να ενδυναμώνει τη σχέση της με την κοινωνική – ταξική πλειοψηφία, παρά τις δυσαρέσκειες, τις δυσκολίες, τις απογοητεύσεις που δημιουργεί το σκληρό οικονομικό πρόγραμμα. Η βελτίωση της καθημερινής ζωής, η ενδυνάμωση των κοινωνικών θεσμών, η δικαιοσύνη και η κατανόηση στην κατανομή των βαρών, η ενδυνάμωση των θεσμικών δικτύων της αλληλεγγύης αποτελούν τους πλέον ισχυρούς οργανικούς δεσμούς της κυβέρνησης με την ελληνική κοινωνία. Αποτελώντας παράλληλα το πιο ισχυρό πολιτικό της εφόδιο στις δυσκολίες που βρίσκονται μπροστά μας.

* Αναπληρωτή καθηγητή Πολιτικής Επιστήμης

του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s