Σχόλιο μας : τι αναζητά ο ΦΕΛΝίκος ; 

Φελνίκος

10/07/2017@7:19

ΑΥΤΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΚΕΨΕΙΣ ΤΟΥ ΤΣΙΠΡΑ ΓΙΑ ΚΑΜΜΕΝΟ, ΑΝΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟ, ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ, ΜΗΤΣΟΤΑΚΗ, ΔΗΣΥ, ΕΚΛΟΓΕΣ ΚΑΙ ΠΟΣΟΣΤΑ…

Μέχρι και πριν μερικές εβδομάδες, υπήρχαν, έστω κάποιες λίγες, αμφιβολίες για τη διάρκεια της κυβερνητικής συγκατοίκησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Κομματικά στελέχη, βουλευτές, ακόμη και υπουργοί ένοιωθαν άβολα να υπερασπίζονται, και μάλιστα στο όνομα της της μνημονιακής ευταξίας, τη συνεύρεση της ριζοσπαστικής αριστεράς με την εθνικολαϊκιστική δεξιά. Ορισμένοι, στο παρασκήνιο, ήγειραν και ενστάσεις για τη συνέχιση του περίεργου, είναι η αλήθεια, αυτού γάμου.

Πλέον, δεν υπάρχει ούτε ένας στον ΣΥΡΙΖΑ που να εισηγείται το διαζύγιο με το κόμμα του Πάνου Καμμένου. Από τη στιγμή που, μετά το Ποτάμι, έχει εκλείψει κάθε πιθανότητα συνεργασίας και με το ΠΑΣΟΚ, ο πρωθυπουργός εκ των πραγμάτων, όπως παραδέχονται ακόμη και οι διαφωνούντες με το Μαξίμου, είναι αναγκασμένος να συνεχίσει, μέχρι τέλους, αγκαζέ με τον υπουργό Άμυνας. «Η διατήρηση της δεδηλωμένης και της κυβερνητικής σταθερότητας εφεξής εξαρτάται αποκλειστικά από τον Πάνο Καμμένο» παραδέχεται πρώην υπουργός και ιστορικό στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος μέχρι πρότινος ήταν από αυτούς που εισηγούνταν στον Αλέξη Τσίπρα να κάνει άνοιγμα στη Δημοκρατική Συμπαράταξη και να προτείνει στη Φώφη Γεννηματά να πάρει τη θέση του Καμμένου στην κυβέρνηση.

Για την πληρότητα του ρεπορτάζ και μόνο σημειώνουμε πως εάν για κάποιο λόγο διαλύονταν ο συνεταιρισμός με τους ΑΝΕΛ και η κυβέρνηση έπαυε να έχει τη στήριξη της πλειοψηφίας του κοινοβουλίου, ο πρωθυπουργός θα προσέφευγε αμέσως σε εκλογές. Την περίπτωση να δεχθεί να συνεχίσει να κυβερνά έχοντας τη στήριξη του Βασίλη Λεβέντη και των οκτώ βουλευτών της Ένωσης Κεντρώων «δεν θέλει ούτε να τη συζητήσει», λένε συνεργάτες του.

Βεβαίως, στον ΣΥΡΙΖΑ αναγνωρίζουν πως το, έστω αναγκαστικό, σφιχταγκάλιασμα με τον Καμμένο ενδέχεται να αποβεί θανατηφόρο εάν στην υπόθεση του noor 1 υπάρξουν αποκαλύψεις που εμπλέκουν τον υπουργό Άμυνας με ακόμη πιο δυσάρεστο τρόπο σ’ αυτή. Οι διαβεβαιώσεις όμως της ηγεσίας προς τους βουλευτές της κυβερνητικής πλειοψηφίας είναι ότι «οι εξελίξεις δεν θα δικαιώσουν την αξιωματική αντιπολίτευση και ούτε θα επηρεάσουν την συνοχή και την σταθερότητα της κυβερνήσεως».

Σε κάθε πάντως περίπτωση ελπίζουν οι επιπτώσεις στην πολιτικο-εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ να είναι περιορισμένες και πρόσκαιρες. Αυτό που όμως κυρίως θέλουν ο πρωθυπουργός και οι συνεργάτες του είναι να μην χαλάσει το θετικό κλίμα που αρχίζει και διαμορφώνεται στην οικονομία μετά το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης. Τα μηνύματα που έχει το οικονομικό επιτελείο από τον επιχειρηματικό κόσμο, αλλά και τις διεθνείς αγορές είναι ενθαρρυντικά. Ο τουρισμός, οι εξαγωγές, η μεταποίηση, η ενέργεια και τα τρόφιμα αποτελούν πηγές ισχυρής κερδοφορίας για όσες εταιρείες του ιδιωτικού τομέα άντεξαν στην κρίση, ενώ αναμένεται να συμβάλλουν και στην αύξηση του ΑΕΠ, που, μαζί με τις επενδύσεις, αποτελούν και τη μόνη εγγύηση για να επιτευχθεί ο νούμερο ένα στόχος: ο περιορισμός της ανεργίας. Σε αυτά θα πρέπει να προσθέσουμε την πτώση της τιμής των ομολόγων και την άνοδο των μετοχών στο Χρηματιστήριο, που αποτελούν και σηματωρό αλλαγής της συμπεριφοράς των ξένων επενδυτών όσον αφορά την Ελλάδα και τις ευκαιρίες που διαβλέπουν να αναδύονται.

Σύμφωνα με έγκυρους αναλυτές η κυβέρνηση Τσίπρα βρίσκεται ενδεχομένως και σε καλύτερη θέση απ’ ότι η κυβέρνηση Σαμαρά το καλοκαίρι του 2014, όταν υπήρχαν σημάδια ανάκαμψης της οικονομίας και εξόδου από την κρίση. Και ο λόγος -εκτός από την ενσωμάτωση του ΣΥΡΙΖΑ στο κυρίαρχο, εγχώριο και ευρωπαϊκό, σύστημα εξουσίας- είναι ότι αφενός δεν έχει μπροστά της, μέχρι και το τέλος της τετραετίας, κάποιο ανυπέρβλητο πολιτικό εμπόδιο, όπως ήταν τότε η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και αφετέρου σε περίπτωση πολιτικής αλλαγής, την κυβερνητική σκυτάλη αναμένεται να πάρουν ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Ν.Δ. που διάκεινται φιλικά στην επιχειρηματικότητα, τους ξένους επενδυτές και την τρόϊκα και όχι, όπως το 2015 που η εναλλακτική ήταν «ο κόκκινος Αλέξης και οι κομμουνιστογενείς του ΣΥΡΙΖΑ».

Τα δημοσιονομικά και οικονομικά δεδομένα διαμορφώνονται λοιπόν καλά για την κυβέρνηση. «Υπό την προϋπόθεση βεβαίως», όπως μας λέει διακεκριμένος παράγων του δημοσίου βίου, «ότι θα υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα με τους δανειστές, θα συνεχίσει να βαδίζει τον δρόμο του πραγματισμού και θα έχει ως βασικό μέλημά της τις επενδύσεις και την ανάπτυξη και όχι τις ιδεοληψίες του παρελθόντος και δη της βαρουφακικής περιόδου».

Βεβαίως, μπορεί τα δεδομένα, υπό προϋποθέσεις, να διαμορφώνουν συνθήκες οικονομικής και επιχειρηματικής σταθερότητας όμως τα πολιτικά πράγματα (όπως τα καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις, με τελευταία τις εξαμηνιαίες τάσεις της MRB) δεν είναι σύμμαχος της κυβερνήσεως. Ο ΣΥΡΙΖΑ, όπως συνομολογούν και κυβερνητικά στελέχη, από άποψη εκλογικής επιρροής έχει επιστρέψει στον Μάϊο 2012. Το ποσοστό του βρίσκεται στην περιοχή του 16-17%, ενώ το καθαρό, χωρίς αναγωγές, ποσοστό της Ν.Δ. είναι 28-29%, όσο δηλαδή είχε πάρει τον Ιούνιο του 2012 . Αυτός είναι και ο λόγος που, παρά τα όσα λέγονται από ορισμένους, δεν πρόκειται να στηθούν κάλπες εντός του 2017.

Στο Μαξίμου γνωρίζουν ότι ο αρνητικός απόηχος από τα επαχθή μέτρα που ψηφίστηκαν για να κλείσει η αξιολόγηση δεν πρόκειται να σβήσει στους επόμενους έξι μήνες και ούτε πρόκειται να καταλαγιάσει η δυσαρέσκεια των μικρομεσαίων από τα κεσάτια στην αγορά, των ελεύθερων επαγγελματιών από την αύξηση της φορολογίας και των ασφαλιστικών εισφορών, των συνταξιούχων από τις περικοπές, αλλά και των υπολοίπων κατηγοριών από τη μείωση του αφορολογήτου. Εκλογές λοιπόν το 2017 δεν υπάρχουν ή καλύτερα δεν είναι στα σχέδια του Τσίπρα. Για το 2017 υπάρχει όμως ανασχηματισμός. Πιθανότατα τον Νοέμβριο. Ένα χρόνο μετά τον προηγούμενο. Και ενδεχομένως, όπως και το 2016, αμέσως μετά από το κομματικό συνέδριο.

Μπορεί το επικείμενο συνέδριο, οργανωτικά, να μην υποκρύπτει αναταράξεις επειδή δεν έχει εκλογές κομματικών οργάνων ειμή μόνον αλλαγές στο καταστατικό του κόμματος, όμως ο Αλ. Τσίπρας θα θελήσει να το αξιοποιήσει με την ψήφιση ενός πολιτικού ντοκουμέντου που θα περιγράφει τη νέα φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, τις κοινωνικοπολιτικές του συμμαχίες, το άνοιγμα των οργανώσεων στην κοινωνία και ιδιαίτερα στον κόσμο της κεντροαριστεράς και τη μετεξέλιξή του από κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς σε βασικό φορέα της ευρύτερης προοδευτικής παράταξης. Μάλιστα, σύμφωνα με τις πληροφορίες, οι αλλαγές στο κυβερνητικό σχήμα θα πιστοποιούν τις αλλαγές και την πολιτική αμφίπλευρης διεύρυνσης που σχεδιάζει ο Αλέξης Τσίπρας. Ήδη, όπως λένε συνεργάτες του πρωθυπουργού, αναζητούνται εκείνα τα πρόσωπα, εκτός των ορίων της Κουμουνδούρου, των οποίων η συμμετοχή στο υπουργικό συμβούλιο θα επισφραγίσει τη μετεξέλιξη του ΣΥΡΙΖΑ από μικρό αριστερόστροφο κόμμα διαμαρτυρίας σε κυβερνώσα αριστερά.

Αν το 2017 δεν έχουμε εκλογές, όπως επιθυμεί και παντί τρόπω επιδιώκει να επιβάλλει η αξιωματική αντιπολίτευση, το ερώτημα που ανακύπτει είναι: πότε θα στηθούν οι κάλπες; Σίγουρα όχι τον Σεπτέμβριο του 2019. Ο πρωθυπουργός δεν θέλει να χάσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού. Οι εισηγήσεις που υπάρχουν στο συρτάρι του πρωθυπουργικού γραφείου είναι δύο. Η μία που προκρίνει τον Ιούνιο του 2018, δύο μήνες πριν τη λήξη του μνημονίου και η άλλη τον Οκτώβριο, δηλαδή αμέσως μετά. Όσοι τάσσονται υπέρ της πρώτης το κάνουν επειδή φοβούνται ότι το ΔΝΤ θα ζητήσει και πρόσθετα μέτρα προκειμένου να συναινέσει στη λήξη της επιτροπείας τον Αύγουστο. Θέλουν να αποφύγουν τις αποκρατικοποιήσεις των επιχειρήσεων και τις μειώσεις μισθών, όπως τις έχει περιγράψει, προ τριμήνου, σε ομιλία του στην Οξφόρδη ο Πολ Τόμσεν, όπου μεταξύ άλλων διαπίστωνε αφενός ότι «τα μισά κράτη της Ευρωζώνης έχουν μισθούς και συντάξεις χαμηλότερους από την Ελλάδα» και αφετέρου «η Ελλάδα θα χρειαστεί ακόμα πολλά χρόνια βοήθεια από τους Ευρωπαίους εταίρους», ενώ για να αποκατασταθεί το ΑΕΠ στα προ κρίσης εποχής «θα χρειαστούν 20 χρόνια». Το επιχείρημά τους είναι αφενός ότι οι πολίτες με την ψήφο τους «αγοράζουν» προσδοκίες και όχι δεδομένα -την έξοδο δηλαδή από τα μνημόνια. Και αφετέρου στα υπέρ της κυβερνήσεως θα λογίζεται, λένε, και το γεγονός ότι η χώρα, μέχρι τον Ιούνιο 2018 θα έχει βγει, δοκιμαστικά, δύο φορές στις αγορές και πιθανότατα, τη βοηθεία και του οίκου Rothschild, με επιτυχία.

Η δεύτερη εισήγηση θέλει να …πουλήσει προεκλογικά την έξοδο από το μνημόνιο: «οι άλλοι σας έβαλαν στα μνημόνια και εμείς σας βγάλαμε» θα είναι το βασικό σύνθημα και θα επιζητείται η ψήφος με το ΠΑΣΟΚικό: «για καλύτερες μέρες». Όπου ως καλύτερες μέρες μεταξύ άλλων θα νοούνται και οι προσλήψεις στο δημόσιο. «Δεν υπάρχει περίπτωση να πάμε σε εκλογές και να μην κάνουμε προσλήψεις» μας λέει κυβερνητικός παράγων που μετέχει του πολιτικού σχεδιασμού του ΣΥΡΙΖΑ. Και συμπληρώνει: «Όχι μόνον θα κάνουμε μαζικές προσλήψεις σε τομείς που υπάρχουν ανάγκες όπως π.χ. η εκπαίδευση, αλλά θα λύσουμε και το πρόβλημα με τους συμβασιούχους είτε με τη μονιμοποίησή τους είτε με τη μετατροπή των συμβάσεών τους σε αορίστου χρόνου είτε με παρατάσεις. Και θα το κάνουμε ερχόμενοι ακόμη και σε μετωπική σύγκρουση, εάν χρειαστεί, με την τρόϊκα».

Στην εισήγηση για εκλογές αμέσως μετά την έξοδο από το μνημόνιο, προκειμένου να υπάρχει «νωπή εντολή για τη νέα πορεία της χώρας», υπάρχει και ένα δεύτερο σκέλος. Εάν τα δημόσια οικονομικά είναι καλά και η χώρα δανείζεται χωρίς προβλήματα από τις αγορές οι εθνικές κάλπες να στηθούν μαζί με τις ευρωπαϊκές (Μάϊος ή Ιούνιος 2019). Υπ’ αυτό το πρίσμα θα πρέπει να ερμηνευθεί και η πρόθεση της πολιτικής ηγεσίας του υπουργείου Εσωτερικών να νομοθετηθεί η απλή αναλογική στην ανάδειξη των δημαρχιακών και περιφερειακών οργάνων και η μετάθεση των εκλογών στους ΟΤΑ για το Φθινόπωρο αντί για την Άνοιξη του 2019.

Η αλήθεια βεβαίως, κι αυτό το ξέρουν καλά όσοι συνομιλούν με τον πρωθυπουργό, είναι ότι ανεξαρτήτως των εισηγήσεων που δέχεται θα κάνει εκλογές όποτε ο ίδιος θεωρήσει ότι θα μπορέσει να συγκεντρώσει το καλύτερο γι’ αυτόν εκλογικό ποσοστό Το περίεργο με τον Αλέξη Τσίπρα είναι ότι ενώ έχει μειωθεί η δημοφιλία του (μάλιστα υπάρχουν δημοσκοπήσεις που τον φέρνουν να έχει ποσοστά αποδοχής ίδια ή ακόμη και μικρότερα από αυτά του ΣΥΡΙΖΑ) εν τούτοις είναι απόλυτα κυρίαρχος στο κόμμα του. Δεν αμφισβητείται από κανέναν, όλοι προσβλέπουν σ’ αυτόν, ενώ η προσπάθεια κάποιων να εμφανιστεί ως πιθανός διάδοχός του ο ηγέτης των «53» Ευκλείδης Τσακαλώτος …κάηκε από τον Βόλφανγκ Σόϊμπλε, όταν αναφέρθηκε με καλά λόγια σ’ αυτόν. Η απόφαση λοιπόν για εκλογές θα ληφθεί από τον πρωθυπουργό σε χρόνο που ο ίδιος θα επιλέξει, καθοδηγούμενος και από το ισχυρό πολιτικό ένστικτο που διαθέτει και το οποίο όλοι οι σύντροφοί του παραδέχονται, ακόμη και αυτοί που εντοπίζουν κενά στο θεωρητικο-μορφωτικό του επίπεδο.

Ορισμένοι στο Μαξίμου, επικαλούμενοι και τη διετία που απομένει μέχρι την εξάντληση της τετραετίας, μπορεί να φαντασιώνονται ακόμη και ριζική ανατροπή των εκλογικών συσχετισμών, όμως οι πλέον ψύχραιμοι και αυτοί που μελετούν επιστημονικά και σε βάθος τα ποιοτικά στοιχεία των δημοσκοπήσεων θεωρούν πως με τα σημερινά δεδομένα και υπό την προϋπόθεση ότι το κλίμα θα πολωθεί μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να είναι ευχαριστημένος εάν στις εκλογές καταγράψει ένα ποσοστό της τάξεως του 22-23%, μειωμένο δηλαδή κατά 15% από αυτό που είχε λάβει τον Ιούνιο του 2012, όταν είχε κάνει και το αποφασιστικό βήμα πριν την ανάληψη της διακυβέρνησης.

Οι ίδιοι πολιτικοί και αναλυτές θεωρούν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να αυξήσει ακόμη και κατά 30% το ποσοστό που είχε λάβει η Ν.Δ. στις εκλογές του Σεπτεμβρίου 2015 και να φτάσει ή ακόμη και να ξεπεράσει το 38%. Ποσοστό που της δίνει αυτοδυναμία, ενδεχομένως και άνετη αν η αναντιπροσώπευτη ψήφος ξεπεράσει το 10%, κάτι που δεν αποκλείεται, αντίθετα είναι πολύ πιθανό να ανέλθει και σε μεγαλύτερο ποσοστό, εάν στην επόμενη Βουλή μείνουν οριακά εκτός τα κόμματα των Σταύρου Θεοδωράκη, Πάνου Καμμένου και Βασίλη Λεβέντη. Το ποσοστό που ενδέχεται να συγκεντρώσουν αθροιστικά τα τρία κόμματα που θα κονταροχτυπηθούν για την τρίτη θέση (ΔΗΣΥ, ΚΚΕ και ΧΑ) εκτιμάται ότι όχι μόνον θα είναι αρκετά πάνω από αυτό που είχαν λάβει (18,83%) στις τελευταίες εκλογές, αλλά μπορεί να ξεπεράσει ακόμη και το 25%.

Εάν οι εκτιμήσεις αυτές επιβεβαιωθούν υπάρχουν υψηλόβαθμα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που υποστηρίζουν ότι η ήττα που θα υποστούν δεν θα είναι στρατηγικού χαρακτήρα αφού «ο ΣΥΡΙΖΑ με ποσοστό κοντά στο 25%, ακόμη κι αν η Δημοκρατική Συμπαράταξη φτάσει το 10%, θα κυριαρχήσει μετεκλογικά και θα αναδειχθεί αυτός, και όχι η ΔΗΣΥ, στον βασικό κορμό αναδιοργάνωσης της Προοδευτικής Παράταξης και τον κύριο φορέα αντιπολίτευσης στην Δεξιά και τον Μητσοτάκη». Αυτή φαίνεται πως είναι και η τελευταία γραμμή άμυνας του πρωθυπουργού: η οργάνωση των όρων επικράτησής του μετά την ήττα! Αν και όσοι τον γνωρίζουν καλά, υποστηρίζουν πως στους υπολογισμούς που κάνει δεν θέλει καν να σκέφτεται ότι μπορεί και να ηττηθεί από τον Μητσοτάκη…

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s