Νίκος Μουζέλης: Το δίλημμα είναι «με τον Τσίπρα ή με τον Μητσοτάκη»


26 Ιουλίου 2017
Νίκος Μουζέλης: Το δίλημμα είναι «με τον Τσίπρα ή με τον Μητσοτάκη»
26|07|2017 – 17:53

Βλέπει ως μόνη -δύσκολη, αλλά εφικτή- διέξοδο από την ασυδοσία των νεοφιλελεύθερων αγορών μια Ευρώπη δεμένη σε μια πολιτική και κοινωνική ενοποίηση σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Δείχνει ως υπ’ αριθμόν ένα κοινωνικό πρόβλημα την ανεργία και θεωρεί ότι η υπέρβασή του απαιτεί ανατρεπτικές και μη συμβατικές πολιτικές. Και εκτιμά ότι η εγχώρια Σοσιαλδημοκρατία δεν έχει ελπίδα να καταστεί ο δεύτερος πολιτικός πόλος – αντιθέτως, το μόνο της δίλημμα μπορεί να είναι «με τον Τσίπρα ή με τον Μητσοτάκη».
Ο ομότιμος καθηγητής Κοινωνιολογίας Νίκος Μουζέλης στη συνέντευξή του στη «Νέα Σελίδα» επισημαίνει με το δικό του ξεχωριστό στίγμα τις μεγάλες προκλήσεις της εποχής στην Ελλάδα και σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο.
Συνέντευξη στον Χρόνη Διαμαντόπουλο
Το έθνος-κράτος λόγω της παγκοσμιοποίησης έχασε τη δυνατότητα ελέγχου των αγορών. Πώς μπορεί να ανακτηθεί ο πολιτικός έλεγχος;
Το έθνος-κράτος έχει όντως χάσει τον έλεγχο των αγορών. Πιο συγκεκριμένα, αδυνατεί να ελέγξει τις κινήσεις των κεφαλαίων εντός των εθνικών συνόρων. Όταν οι κυβερνήσεις προσπαθούν να επιβάλουν σε αυτές σοβαρούς περιορισμούς, κατευθύνονται σε χώρες όπου η εργασία είναι φθηνή, τα συνδικάτα αδύναμα και η εργατική νομοθεσία σχεδόν ανύπαρκτη. Με άλλα λόγια, η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση άλλαξε την ισορροπία δύναμης μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας που επιτεύχθηκε πριν από το άνοιγμα των παγκόσμιων αγορών τη δεκαετία του ’80. Στη λεγόμενη «χρυσή εποχή της Σοσιαλδημοκρατίας» (1945-1975) παρατηρούμε στη Δυτική Ευρώπη τη διάχυση αστικών, πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων από την κορυφή στη βάση της κοινωνικής πυραμίδας. Σε αυτή την περίοδο το κράτος δικαίου, η αντιπροσωπευτική δημοκρατία και το κοινωνικό κράτος απέκτησαν γερές βάσεις.
Στη συνέχεια το κράτος χάνει την αυτονομία του, οι ανισότητες εκτινάσσονται, το κοινωνικό κράτος σταδιακά συρρικνώνεται, ενώ ένα σημαντικό κομμάτι του πληθυσμού περιθωριοποιείται. Η επιστροφή σοβαρών ελέγχων δεν είναι πια εφικτή σε εθνικό, αλλά μόνο σε μετα-εθνικό επίπεδο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, για παράδειγμα, που έχει μια μακρά ιστορία κοινωνικών επιτευγμάτων, θα μπορούσε να επαναφέρει έναν σχετικό πολιτικό έλεγχο – αν, βέβαια, προχωρήσει γρήγορα σε μια πολιτική και κοινωνική ενοποίηση σοσιαλδημοκρατικού τύπου. Αυτό είναι δύσκολο και λόγω της γερμανοκρατούμενης Ευρώπης και επειδή το παγκόσμιο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο απαιτεί οι ευρωπαϊκές οικονομίες να παραμείνουν ανταγωνιστικές. Παρ’ όλα αυτά, μια ενωμένη Ευρώπη θα έχει μια σχετική αυτονομία που ένα ευρωπαϊκό έθνος-κράτος -κυρίως στην περιφέρεια της Ευρωζώνης- δεν μπορεί να έχει. Μια ενωμένη Ευρώπη μπορεί να καταστεί ένας σοβαρός παίκτης στην παγκόσμια οικονομική αρένα. Σε αυτή την περίπτωση μπορεί να αμβλύνει σημαντικά την τωρινή ασυδοσία του πολυεθνικού -κυρίως χρηματοπιστωτικού- κεφαλαίου.
 Η ανεργία είναι το νούμερο ένα πρόβλημα των σύγχρονων δυτικών κοινωνιών. Μπορεί να αντιμετωπιστεί με τις κλασικές επιδοματικές πολιτικές;
Η ανεργία είναι όντως το κύριο πρόβλημα, όχι μόνο των δυτικών κοινωνιών, αλλά, μετά την πτώση του σοβιετικού συστήματος, όλων των χωρών στην καπιταλιστική περιφέρεια και ημιπεριφέρεια. Μία ομάδα ερευνητών υποστηρίζει ότι στο μέλλον η ανεργία θα μειωθεί σημαντικά λόγω της πρωτοφανούς εξέλιξης της πληροφορικής και των τεχνολογιών επικοινωνίας. Άλλοι ερευνητές είναι απαισιόδοξοι. Θεωρούν ότι οι νέες τεχνολογίες, αντίθετα με αυτό που συνέβη στη φορντικού τύπου εκβιομηχάνιση, καταστρέφουν περισσότερες θέσεις εργασίας από τις νέες που δημιουργούν. Αυτό σημαίνει ότι όλο και περισσότερο ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θα μπορεί να αναπαραχθεί χωρίς να έχει την ανάγκη ενός μέρους του ενεργού πληθυσμού. Από αυτή τη σκοπιά, ούτε η παραπέρα ανάπτυξη ούτε η καλύτερη εκπαίδευση / κατάρτιση ούτε, βέβαια, οι κλασικές επιδοματικές πολιτικές μπορούν να λύσουν το πρόβλημα. Όσο για την ιδέα κάποιων διανοητών για την παροχή ενός βασικού μισθού σε όλους, εργαζόμενους και μη, πρόκειται περί φαντασίωσης.
Κατά τη γνώμη μου, τουλάχιστον στις αναπτυγμένες δυτικές κοινωνίες το πρόβλημα θα μπορούσε εν μέρει να λυθεί με την κινητοποίηση όλου του εργατικού δυναμικού σε τρεις αλληλοσυνδεόμενους πόλους. Σε αυτόν της συμβατικής εργασίας, σε αυτόν της εκπαίδευσης / μετεκπαίδευσης και σε έναν τρίτο πόλο όπου όλοι που βρίσκονται εκτός των δύο πρώτων -αγοράς και εκπαίδευσης- θα προσφέρουν υπηρεσίες που όλο και περισσότερο το κράτος αδυνατεί να προσφέρει: ποιοτικές υπηρεσίες στον γηράσκοντα πληθυσμό, στήριξη σε αυτούς που η παγκοσμιοποίηση περιθωριοποιεί, στους πρόσφυγες και τους μετανάστες που οι παγκόσμιες μεταναστευτικές ροές δημιουργούν, ενίσχυση της αειφορίας κ.λπ.
Βέβαια, μια τέτοια λύση θα ήταν δαπανηρή, κυρίως αν αυτοί που κινητοποιούνται στον τρίτο πόλο διατηρούν τα ασφαλιστικά και άλλα δικαιώματα που είχαν όταν βρίσκονταν στην επίσημη αγορά εργασίας. Αλλά είναι εφικτή αν λάβει κανείς υπόψη του ότι τα επιδόματα ανεργίας θα καταργηθούν, η οικονομία θα έχει περισσότερους καλά αμειβόμενους εργαζόμενους, άρα και καταναλωτές που θα εντείνουν τη ζήτηση και την ανάπτυξη.
Επιπλέον, η κοινωνία θα πάψει να έχει μια στρατιά κυρίως νέων που επιβιώνουν με δυσκολία και διακατέχονται από συναισθήματα ματαίωσης και απαξίωσης. Συμπερασματικά, το πρόβλημα της ανεργίας δεν πρόκειται να λυθεί αυτόματα μέσω της τεχνολογικής προόδου. Απαιτούνται καλά σχεδιασμένες, ριζικές θεσμικές αλλαγές.
 Αναφέρεστε στην ανάγκη σύγκλισης πανευρωπαϊκά των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων με την ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά. Στην Ελλάδα πώς βλέπετε να δρομολογείται αυτό; Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ και η Δημοκρατική Συμπαράταξη να ανταποκριθούν σε αυτό τον ρόλο;
Είναι δύσκολο, αλλά εφικτό. Αυτή τη στιγμή η δαιμονοποίηση της ριζοσπαστικής Αριστεράς και η ελπίδα της Φώφης Γεννηματά πως μια ενοποίηση του κεντροαριστερού χώρου μπορεί να τον καταστήσει δεύτερο πόλο του κομματικού συστήματος κάνουν μια συνεργασία ΣΥΡΙΖΑ – Δημοκρατικής Συμπαράταξης δύσκολη. Αλλά αυτή η ελπίδα της κυρίας Γεννηματά δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί, κυρίως γιατί η αποδυνάμωση της Σοσιαλδημοκρατίας στη χώρα μας δεν οφείλεται μόνο στον κατακερματισμό του μεσαίου χώρου. Οφείλεται, μεταξύ άλλων, στην προηγούμενη συνεργασία ΠΑΣΟΚ – ΝΔ.
Κατά τη γνώμη μου, το διπολικό σύστημα ΣΥΡΙΖΑ – ΝΔ θα επιβιώσει στις επόμενες εκλογές. Άρα η Κεντροαριστερά θα πρέπει να επιλέξει τη συνεργασία είτε με τον Αλέξη Τσίπρα είτε με τον νεοφιλελεύθερο Κυριάκο Μητσοτάκη. Στη δεύτερη περίπτωση υπάρχει πιθανότητα η ελληνική Σοσιαλδημοκρατία / Κεντροαριστερά να έχει την τύχη πολλών ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων που αποδυναμώθηκαν λόγω ακριβώς της σύγκλισής τους με κόμματα που έχουν νεοφιλελεύθερες αξίες και πρακτικές. Από την άλλη μεριά, μια προσέγγιση Κεντροαριστεράς – ριζοσπαστικής Αριστεράς ευνοεί και τις δύο παρατάξεις. Η Κεντροαριστερά θα αποφύγει την πιθανή αποδυνάμωση, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει την ευκαιρία να απαγκιστρωθεί από τους ιδεολογικά μη συμβατούς Ανεξάρτητους Έλληνες.
 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s