Τα δεκαετή ομόλογα στις ΗΠΑ αποτιμώνται κάτω από τα διετή. Ένα βήμα πριν την ύφεση η “ατμομηχανή” της ευρωζώνης, η Γερμανία. Brexit και κρίση στην Ιταλία, με ανοιχτό το ενδεχόμενο εκλογών στην Ισπανία και επέμβασης της Κίνας στο Χονγκ Κονγκ.

Τα δεκαετή ομόλογα στις ΗΠΑ αποτιμώνται κάτω από τα διετή. Ένα βήμα πριν την ύφεση η “ατμομηχανή” της ευρωζώνης, η Γερμανία. Brexit και κρίση στην Ιταλία, με ανοιχτό το ενδεχόμενο εκλογών στην Ισπανία και επέμβασης της Κίνας στο Χονγκ Κονγκ. Το ΔΝΤ αποτυγχάνει στην Αργεντινή. Τα ερωτήματα για τις αντιδράσεις των Βρυξελλών, αλλά και για την Ελλάδα.

Εντείνονται τα ανησυχητικά μηνύματα σε μερικές από τις ισχυρότερες οικονομίες του πλανήτη, εντείνοντας τις εκτιμήσεις για ένα νέο κύκλο παγκόσμιας ύφεσης, δέκα σχεδόν χρόνια μετά την κορύφωση της χρηματοπιστωτικής κρίσης. 

Το γεγονός ότι τα δεκαετή ομόλογα των Ηνωμένων Πολιτειών αποτιμώνται κάτω από τα διετή, ερμηνεύεται ως μια ένδειξη ότι η ύφεση στην αμερικάνικη οικονομία εάν δεν είναι υπόθεση ενός έτους, είναι υπόθεση διετίας.

Την ίδια στιγμή:

-Η “ατμομηχανή της ευρωζώνης”, η Γερμανία, βλέπει το ΑΕΠ της να συρρικνώνεται για δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο και αν συνεχιστεί και για τρίτο, η οικονομία της θα βρίσκεται και τυπικά σε ύφεση. Οι πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες για την ώρα δεν συμφωνούν ούτε για τους λόγους στους οποίους οφείλεται η πορεία προς την ύφεση, ούτε στα μέτρα που πρέπει ή δεν πρέπει να ληφθούν, γεγονός που καθιστά το πρόβλημα σημαντικότερο, αφού δεν υπάρχει στρατηγική αντιμετώπισής του. Οι δε πιθανότητες να αυξήσει το Βερολίνο τις δημόσιες δαπάνες; Αν όχι μηδαμινές, σε αυτή τη φάση ελάχιστες…

-Το Brexit δημιουργεί νέα αβεβαιότητα στις Βρυξέλλες, ιδίως στην περίπτωση μιας αποχώρησης της Βρετανίας στις 31 Οκτωβρίου χωρίς συμφωνία. Το διακομματικό μέτωπο που προτείνει ο Κόρμπιν για την εκδίωξη του Μπόρις Τζόνσον, δεν είναι καθόλου βέβαιον ότι θα έχει αποτέλεσμα ή εάν η πολιτική σύγκρουση θα εντείνει τις αποσταθεροποιητικές τάσεις στο Λονδίνο για την επόμενη ημέρα.

-Ουδείς μπορεί αυτή τη στιγμή να προβλέψει εάν η Ιταλία, η τρίτη μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης, οδηγηθεί -και υπό ποίες συνθήκες- στην κάλπη στις 27 Οκτωβρίου, ούτε τι θα συμβεί εάν ο “πολύς” Σαλβίνι κυριαρχήσει σε αυτές.

-Πιθανές είναι οι εκλογές και για την άλλη μεγάλη οικονομία της ευρωζώνης, την Ισπανία, εφόσον το Σοσιαλιστικό Κόμμα και οι Podemos δεν κατορθώσουν να σχηματίσουν κυβέρνηση έως τις αρχές φθινοπώρου. Το ακόμα πιο εντυπωσιακό είναι πως τα δυο κόμματα δεν οδηγούνται σε συμφωνία για σχηματισμό κυβέρνησης, ακόμα και αν γνωρίζουν ότι εφόσον στηθούν κάλπες, είναι σχεδόν βέβαιον ότι το Λαϊκό Κόμμα, το ακροδεξιό και οι “Πολίτες” (σ.σ. το ισπανικό … “Ποτάμι”) θα είναι αυτοί που θα δύνανται πλέον να σχηματίσουν κυβέρνηση. Σοσιαλιστικό Κόμμα, δηλαδή, και Podemos, δεν δείχνουν να έχουν ούτε καν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης!

-Ανοιχτό είναι το ενδεχόμενο εάν επέμβει τελικά ή όχι η Κίνα το Χονγκ Κονγκ, την ίδια στιγμή που ο εμπορικός πόλεμος Ουάσινγκτον-Πεκίνου μαίνεται, ενώ η κινεζική οικονομία παρουσιάζει ανησυχητικά σημάδια επιβράδυνσης και ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντ. Τραμπ απειλεί εκ νέου με αποχώρηση της χώρας του από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

-Η νίκη του Αλμπέρτο Φερνάντες με 47,65% επί του Μάκρι (32%, πραγματική συντριβή) στην Αργεντινή, ανησυχεί τις αγορές, αλλά και καθεστώτα όπως ο Μπολσονάρου στην Βραζιλία, καθώς βλέπουν ότι οι πολιτικές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου όχι μόνο δεν οδηγούν σε ανάπτυξη, αλλά βαθαίνουν την ύφεση και, κυρίως, εξαθλιώνουν πλατιά στρώματα του πληθυσμού.

Με την διεθνή αναταραχή να αποτελεί μια επιπλέον απειλή για την οικονομία, είναι πώς και σε τι βαθμό επηρεάσει η κατάσταση αυτή τη χώρα μας. Η πρόωρη αποπληρωμή των “ακριβών” δανείων του ΔΝΤ, η πλήρης άρση των capital controls, κινήσεις που είχαν δρομολογηθεί πριν τις εκλογές, ασφαλώς αποτελούν μηνύματα στις αγορές, ενώ ενδιαφέρον εμφανίζει και το πώς οι κινήσεις της νέας κυβέρνησης θα τονώσουν την εμπιστοσύνη των επενδυτών στις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Το κυριότερο, όμως -και για την Ελλάδα- είναι πώς θα αντιδράσει η ευρωζώνη στις προοπτικές νέας ύφεσης, αν θα “χαλαρώσει τα λουριά” και αν θα είναι θετική στην επαναδιαπραγμάτευση των πλεονασμάτων. Από την απάντηση στο ερώτημα αυτό θα επηρεαστούν τα μάλα και οι εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις από την επόμενη χρονιά και έπειτα…

Οι τρεις προκλήσεις του φθινοπώρου για τον ΣΥΡΙΖΑ 

Οι τρεις προκλήσεις του φθινοπώρου για τον ΣΥΡΙΖΑ 

07:01 | 21 Αυγ. 2019 Τελευταία ανανέωση 06:57 | 21 Αυγ. 2019 

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει κλείσει ήδη 52 μέρες στην πρωθυπουργία της χώρας. Η ΝΔ φρόντισε από την πρώτη στιγμή να δώσει το στίγμα της διακυβέρνησής της – ένα στίγμα καθαρά νεοφιλελέυθερο με τεχνοκρατικό μανδύα – και για τον ΣΥΡΙΖΑ φθάνει πλέον η ώρα να πάρει τις τελικές αποφάσεις τόσο για το μοντέλο της αξιωματικής αντιπολίτευσης που θα ασκήσει όσο και για την πολιτική και ιδεολογική ταυτότητα του κόμματος στην μετά 7ης Ιουλίου εποχή.

Η επιστροφή απόψε του Αλέξη Τσίπρα στην Αθήνα μετά από ολιγοήμερες οικογενειακές διακοπές στην Ισπανία ανοίγει και την αντίστροφη μέτρηση για τις αποφάσεις αυτές, με τα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν να διαμορφώνονται καθαρά πλέον σε τρία επίπεδα.

Το πρώτο είναι η ανάγκη αποκατάστασης μιας στοιχειώδους έστω ισορροπίας στην επικοινωνιακή προβολή των θέσεων κυβέρνησης και αντιπολίτευσης. Εκεί δρομολογείται η συγκρότηση ενός κεντρικού επικοινωνιακού επιτελείου που θα λειτουργεί σε συνεργασία με τον εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ Αλέξη Χαρίτση και οι λεπτομέρειες αναμένεται να διευθετηθούν στις κομματικές, οργανωτικές συσκέψεις του επόμενου διαστήματος. Με δεδομένους ωστόσο τους ισχύοντες συσχετισμούς στα ΜΜΕ και την κυβερνητική στράτευση σύσσωμων των μεγάλων επιχειρηματικών συμφερόντων που ελέγχουν τα τηλεοπτικά κανάλια, στην Κουμουνδούρου γνωρίζουν ότι το εγχείρημα δεν θα είναι εύκολο.

Σε επίπεδο πολιτικής ουσίας, το βάρος των επόμενων ημερών θα πέσει στον σχεδιασμό της παρουσίας του Αλέξη Τσίπρα στην ΔΕΘ, ως αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης πλέον, στις 14 και 15 Σεπτεμβρίου. Επ’ αυτού τους τελικούς τόνους θα διαμορφώσουν οι εξαγγελίες που θα κάνει μια εβδομάδα νωρίτερα στην Θεσσαλονίκη ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, στον ΣΥΡΙΖΑ όμως θεωρούν προδιαγεγραμμένη τόσο την οικονομική ατζέντα  της κυβέρνησης όσο και την πρόθεσή της να αποδομήσει και να ξηλώσει σταδιακά το κοινωνικό κράτος και τα εργασιακά κεκτημένα της διακυβέρνησης Τσίπρα.

Εκεί πρέπει να αναμένονται και οι υψηλότεροι αντιπολιτευτικοί τόνοι, ενώ στην Κουμουνδούρου θα παρακολουθήσουν στενά και την εξέλιξη της διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης με τους θεσμούς για τον προϋπολογισμό και τις φοροελαφρύνσεις του 2020. Κομματικές πηγές λένε χαρακτηριστικά ότι η μείωση των πλεονασμάτων είναι «μια μάχη που εγκαταλείφθηκε πριν καν δοθεί» από τον Κυριάκο Μητσοτάκη και με αυτό το δεδομένο φοβούνται ότι προκειμένου να υλοποιήσει τς δεσμεύσεις για ελαφρύνσεις, κυρίως στα υψηλότερα εισοδήματα, η κυβέρνηση θα μπει στον πειρασμό να εκμεταλλευτεί το «μαξιλάρι» ασφαλείας των 37 δις ευρώ. Πρόκειται για μια προοπτική που θα αποτελέσει casus belli για τον ΣΥΡΙΖΑ και θα οδηγήσει σε μετωπική πολιτική σύγκρουση.

 

Παράλληλα με την αντιπολιτευτική ανασύνταξη όμως, το τρίτο και μεγαλύτερο στοίχημα αυτού του φθινοπώρου για τον ΣΥΡΙΖΑ είναι η μετεξέλιξη και ο μετασχηματισμός του κόμματος. Πρόσωπα κοντά στον Αλέξη Τσίπρα επιμένουν ότι ο πρώην πρωθυπουργός έχει πάρει τις αποφάσεις του και το άνοιγμα της κομματικής βάσης πριν από το συνέδριο – το οποιο τοποθετείται στις αρχές της άνοιξης – πρέπει να θεωρείται δεδομένο.

Εξίσου ως δεδομένη εμφανίζουν στελέχη της προεδρικής πλευράς και την ανοιχτή εκλογή του προέδρου από την βάση, πρόκειται όμως για μια διαδικασία που δεν διαγράφεται ανεπφελη. Παραδοσιακά κομματικά στελέχη όπως ο Πάνος Σκουρλέτηςκαι ο Νίκος Βούτσης διατυπώνουν ανοιχτά πια την διαφωνία τους με τις «διαδικασίες που παραπέμπουν στις παθογένειες των αρχηγικών κομμάτων τύπου ΝΔ και ΠΑΣΟΚ», και ταυτοχρονα εκφράζουν φόβους για εγκατάλειψη της «αριστερηςταυτότητας και συνείδησης» του ΣΥΡΙΖΑ.

Στην ίδια γραμμή φέρεται να κινείται και ο πρώην υπουργός Οικονομικών Ευκλείδης Τσακαλώτος παρ’ ότι ο ίδιος δεν έχει ακόμη τοποθετηθεί δημοσίως, ενώ αίσθηση προκάλεσε και η κυριακάτικη συνέντευξη του Νίκου Βούτση στο «Έθνος» όπου είπε πως «πρέπει να πάψουμε να φτωχαίνουµε αυτήν την πλούσια και δηµιουργικήσυζήτηση, που αφορά προφανώς και το µέλλον µιας µαζικής, ανοικτής και ισχυρής ταυτότητας του ΣΥΡΙΖΑ και της σύγχρονης προοδευτικής παράταξης, µε ρηχές αναλύσεις περί πασοκοποίησης και περί “δανεικών ψήφων”».

Ειδικά η αναφορά στις «δανεικές ψήφους» εξελήφθη από αρκετούς και ως απάντηση στον ίδιο τον Αλέξη Τσίπρα και στον κομματικό μετασχηματισμό που είχε προαναγγείλει ο πρώην πρωθυπουργός την βραδιά των εκλογών. Και τούτο, πάρ’ ότι οι πληροφορίες φέρουν τον Αλέξη Τσίπρα διατεθειμένο να επιδιώξει συνθέσεις και όχι συγκρούσεις, δείχνει προφανώς ότι η διαδικασία δημιουργίας του «νέου ΣΥΡΙΖΑ» δεν θα είναι ένας ανώδυνος πολιτικός τοκετός….

 

Οι τρεις αναθεωρήσεις της σοσιαλδημοκρατίας

 

Οι τρεις αναθεωρήσεις της σοσιαλδημοκρατίας

 

Κώστας Μελάς

20 Αυγούστου 2019 

 

Τα σοσιαλδημοκρατικά και σοσιαλιστικά κόμματα γεννήθηκαν ως κόμματα του κόσμου της εργασίας και των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. Προσπαθούσαν να διαμορφώσουν ένα πρόγραμμα διεκδικήσεων και στόχων για το εργατικό κίνημα, ενώ συγχρόνως ο τελικός τους σκοπός ήταν αυτός της ανατροπής του συστήματος. Η συνεχής πάλη μεταξύ τελικού σκοπού και καθημερινών στόχων οδήγησε στις τρεις μεγάλες αναθεωρήσεις της σοσιαλδημοκρατίας. 

Με την πρώτη εγκατέλειψαν ουσιαστικά τον στόχο της επανάστασης και υιοθέτησαν την πορεία προς τον σοσιαλισμό μέσα από μεταρρυθμίσεις, εντός του καπιταλιστικού συστήματος και όχι ενάντιά του. Πρόκειται ουσιαστικά για την γνωστή διαπάλη Μπερνστάιν και Καούτσκι στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Με τη δεύτερη αναθεώρηση εγκατέλειψαν κάθε σχεδιασμό υπέρβασης του καπιταλισμού, επιδιώκοντας κυρίως να του δώσουν ένα περισσότερο κοινωνικό και δίκαιο πρόσωπο. Η αναθεώρηση αυτή οδήγησε τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σε «συμφιλίωση με τον καπιταλισμό», σύμφωνα, όμως, με τους σοσιαλδημοκρατικούς όρους. Κλασικό παράδειγμα αποτελεί το πρόγραμμα του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος της Γερμανίας που υιοθετήθηκε στο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε το 1958 στο προάστιο της Βόννης Bad Godesberg. Στο συνέδριο αυτό εγκαταλείφθηκε επισήμως ο μαρξισμός.

Με την τρίτη αναθεώρηση, τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα συμφιλιώθηκαν με τον καπιταλισμό, αλλά αυτή τη φορά με όρους νεοφιλελευθερισμού. Οι σοσιαλδημοκράτες επιδιώκουν να είναι οι εκσυγχρονιστές και οι πιο αποτελεσματικοί διαχειριστές του καπιταλιστικού συστήματος. Η στροφή 180 μοιρών της σοσιαλιστικής κυβέρνησης του Φρανσουά Μιτεράν το 1982, αποτελεί και το αρχιμήδειο σημείο αυτής της αναθεώρησης.

Η εγκατάλειψη του παρελθόντος

Αυτός ο αναθεωρητισμός, μετά την εγκατάλειψη των θέσεων της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας, οδηγεί και σε εγκατάλειψη ιστορικών παραστάσεων και εικόνων που την συνόδευαν από την ημέρα της εμφάνισής της στο ιστορικό προσκήνιο. Οι αλλαγές των συμβόλων σηματοδοτούν την συνειδητή απόφαση εγκατάλειψης του παρελθόντος. Σήμερα, τα ιστορικά εργατικά κόμματα της Δύσης βιώνουν μία ακόμα κρίση, που αγγίζει τον πυρήνα της ιστορικής τους ταυτότητας.

Η φάση του νέου αναθεωρητισμού χαρακτηρίζεται από την προσχηματική αδυναμία να προσδιοριστεί με ακρίβεια η σχέση των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων με τον καπιταλισμό, έτσι όπως έχει μετεξελιχθεί στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Βρίσκονται στη φάση όπου συρρικνώνουν την μεταρρυθμιστική τους πολιτική σε ένα τετράγωνο με κορυφές τις οικονομικές έννοιες της ανταγωνιστικότητας, της αποδοτικότητας, της ευελιξίας και της ιδιωτικοποίησης.

Παράλληλα, επικαλούνται κάποιες ηθικές αρχές περί ελευθερίας και σπανιότερα περί δίκαιης κοινωνίας. Οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να εκφραστούν σε ένα ιδεολογικό και θεωρητικό λόγο διαφορετικό από αυτόν του οικονομικού φιλελευθερισμού. Μόνη πιθανή εξαίρεση η επίκληση ορισμένων αξιών του πολιτικού φιλελευθερισμού, όπως αυτός διαμορφώθηκε την εποχή της μαζικοδημοκρατίας.

Κενό εναλλακτικής στρατηγικής

Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν είναι σε θέση να πουν συνειδητά προς τα πού θέλουν να οδηγήσουν το σύστημα. Εξαίρεση, ίσως, αποτελούν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα σε χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, τα οποία δηλώνουν ότι επιδιώκουν να τις προσαρμόσουν στο πρότυπο των χωρών του ευρωπαϊκού πυρήνα. Τέτοια κόμματα ήταν στην Ελλάδα, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία.

Ο αναθεωρητισμός της σοσιαλδημοκρατίας δείχνει να γνωρίζει τι θέλει να εγκαταλείψει, αποδεχόμενος πλήρως την οικονομική λογική του συστήματος. Δεν μπορεί, όμως, να προσδιορίσει που θέλει να πάει, δεδομένου ότι έχει εγκλωβιστεί στο νεοφιλελεύθερο πλαίσιο του καπιταλισμού και δεν μπορεί να σκεφτεί κάτι πέραν αυτού. Ίσως, να μην μπορεί να προσδιορίσει τι θέλει, επειδή δεν υπάρχει κάτι να προσδιορίσει στο πλαίσιο της λογικής του.

Το αδιέξοδο είναι συνηθισμένη κατάληξη πολλών πολιτικών επιλογών στο παρελθόν και ως εκ τούτου και στο παρόν και στο μέλλον. Καθίσταται εμφανές ότι η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί να επιβιώσει, ως τέτοια, κάνοντας απλά κριτική στον άλλο πυλώνα του συστήματος, στους χριστιανοδημοκράτες, απλά και μόνο για λόγους εκλογικού ανταγωνισμού. Στην πραγματικότητα, παρακολουθούμε την αργή έκλειψη του σοσιαλδημοκρατικού-σοσιαλιστικού προτάγματος από την προοδευτική ευρωπαϊκή πολιτική. Σήμερα, το σοσιαλιστικό πρόταγμα το συναντάμε ως ιδεοληψία, δημαγωγία ή νοσταλγία. Και πάντα ως απογοήτευση.

 

Επιστροφή στη… δεξιά κανονικότητα 

Επιστροφή στη… δεξιά κανονικότητα 

11:54 | 20 Αυγ. 2019 Τελευταία ανανέωση 12:13 | 20 Αυγ. 2019 

Για την κυβέρνηση Μητσοτάκη ο Αύγουστος ήταν ο μήνας της επιχείρησης «σοκ και δέος».

Βάσει μελετημένου και συγκεκριμένου σχεδιασμού, θεμελιώθηκε με συνοπτικές κοινοβουλευτικές διαδικασίες το πρωθυπουργοκεντρικό δεξιό κράτος, καταργήθηκαν εν μια νυκτί (μέσα σε ένα απόγευμα για την ακρίβεια και με τις γνωστές τροπολογίες Βρούτση) θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα, ξηλώθηκε η Επιτροπή Ανταγωνισμού με εντολή Μαξίμου και κόντρα ακόμη και στο ευρωπαϊκό δίκαιο και, μέσα από την συγκρότηση ενός υπουργικού συμβουλίου «golden boys» κατέστη σαφές πως οι προνομιακοί κοινωνικοί σύμμαχοι αυτής της κυβέρνησης είναι η επιχειρηματική ελίτ, οι τραπεζίτες και τα συμφέροντα της διαπλοκής.

Ο ίδιος σχεδιασμός προβλέπει ότι ο Σεπτέμβριος και το φθινόπωρο θα είναι ο χρόνος κατά τον οποίο αυτό το μοντέλο διακυβέρνησης θα αποκτήσει θεσμικές, οικονομικές και δημοσιονομικές άγκυρες. Αυτό θα γίνει με δύο οχήματα – αφενός με μια σειρά νομοθετημάτων που θα αρχίσουν να έρχονται στην Βουλή τις επόμενες ημέρες και, αφετέρου, με την κλιμάκωση της επικοινωνιακής καταιγίδας απονομιμοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ και ενοχοποίησης της ιδεολογίας της αριστεράς.

Η επικοινωνιακή αυτή τακτική, η οποία στηρίζεται στην σαρωτική και στρατευμένη μιντιακή υπεροπλία της κυβέρνησης, αποτελεί κεντρικό στοιχείο του σχεδίου του Μαξίμου όχι μόνον για την εξάντληση της τετραετίας αλλά και για την διαμόρφωση συνθηκών μακράς ηγεμονίας της δεξιάς παράταξης – μιας ηγεμονίας που, όπως υποστηρίζουν οι «θεωρητικοί» του κυβερνητικού επιτελείου, ευνοείται και από την συγκυρία και τους συσχετισμούς στην Ευρώπη.

Στο πλαίσιο αυτό οι «χειρουργικές» θεσμικές παρεμβάσεις της κυβέρνησης θα ξεκινήσουν στο τέλος της εβδομάδας με την επανέναρξη της διαδικασίας επιλογής της ηγεσίας του Αρείου Πάγου, την οποία είχε μπλοκάρει προεκλογικά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος. Ενδεικτική των προθέσεων εδώ είναι η απόφαση να γίνει νέα ακρόαση των υποψηφίων για την ηγεσία της Δικαιοσύνης από τη Διάσκεψη των Προέδρων και να μην βασιστεί η διαδικασία στα πρόσωπα τα οποία είχε ήδη προκρίνει διακομματικά η προηγούμενη Βουλή.

Σε νομοθετικό επίπεδο η φθινοπωρινή πρεμιέρα θα έρθει με τη ρύθμιση του υπουργείου Δικαιοσύνης για τα προσωπικά δεδομένα επίσης στο τέλος της εβδομάδας, το «κυρίως πιάτο» όμως θα ακολουθήσει λίγο αργότερα και θα είναι η ψήφος των Ελλήνων του εξωτερικού, η αλλαγή του εκλογικού νόμου με επαναφορά της ενισχυμένης αναλογικής και η έναρξη της αναθεώρησης του Συντάγματος με βασικό διακύβευμα τον νέο τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας.

 

Η απόφαση Μητσοτάκη να φέρει το θέμα της ψήφου των Ελλήνων του εξωτερικού αυτόνομα στη Βουλή και ξεχωριστά από τον εκλογικό νόμο επιβεβαιώνει – προσώρας τουλάχιστον – τις χαμηλές πιθανότητες για κατάργηση της απλής αναλογικής από τις επόμενες κιόλας εκλογές. Σύμφωνα με τις πληροφορίες στο Μαξίμου θεωρούν ότι το Κίνημα Αλλαγής, μετά και την στάση που κράτησε στη ρύθμιση για την κατάργηση του πανεπιστημιακού ασύλου, δεν θα συναινέσει στην αναθεώρηση του άρθρου του συντάγματος που ορίζει τον τρόπο αλλαγής του εκλογικού νόμου – άρα, δεν θα υπάρξει και η αναγκαία πλειοψηφία για την άμεση επαναφορά της ενισχυμένης αναλογικής. Ο σχεδιασμός όμως προβλέπει συνέχιση του κοινοβουλευτικού μοντέλου του Αυγούστου, δηλαδή τη νομοθέτηση διά της απλής κυβερνητικής πλειοψηφίας όπου αυτή είναι δυνατή – ακόμη κι εάν πρόκειται για θέματα που αντιμετωπίζονται παραδοσιακά με λογική συναινέσεων και πολιτικών συγκλίσεων όπως ο τρόπος εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου είναι ειλημμένη απόφαση να προχωρήσει η αναθεώρηση του σχετικού άρθρου έτσι ώστε για την εκλογή του Προέδρου να αρκούν οι 151 ψήφοι της κυβερνητικής πλειοψηφίας.

Στο οικονομικό πεδίο το πρώτο φθινοπωρινό νομοθέτημα της κυβέρνησης θα έχει και πάλι ως αποδέκτες τος επιχειρήσεις αφού το επόμενο φορολογικό της νομοσχέδιο θα περιλαμβάνει μόνον τις προεκλογικές δεσμεύσεις για άμεση μείωση του συντελεστή φορολόγησης των επιχειρήσεων, περαιτέρω μείωση του ΕΝΦΙΑ και στήριξη του οικοδομικού κλάδου. Πέραν τούτων, οι υπόλοιπες υποσχέσεις για μείωση της φορολογίας των φυσικών προσώπων μπαίνουν στην πραγματικότητα στον «πάγο» μέχρι να έρθουν στην Αθήνα οι εκπρόσωποι των θεσμών στο τέλος Σεπτεμβρίου και να αποφανθούν επί του δημοσιονομικού κενού – που παραμένει κοντά στα 2 δις ευρώ – του 2020.

Ο κυβερνητικός επικοινωνιακός μηχανισμός διαρρέει πως τα θέματα των φορολογικών ελαφρύνσεων θα τεθούν «ανεπισήμως» στις συναντήσεις που θα έχει ο πρωθυπουργός με τον Γάλλο πρόεδρο Εμμανουέλ Μακρόν και την Γερμανίδα καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ στις 22 και 29 Αυγούστου αντίστοιχα, μαζί με τον στόχο της μείωσης των πλεονασμάτων. Τα μηνύματα όμως τόσο από το Παρίσι όσο και από το Βερολίνο είναι σαφή και απαιτούν «τήρηση των συμφωνηθέντων», γεγονός που επιβεβαιώνει ότι ουσιαστική συζήτηση για χαμηλότερα πλεονάσματα – άρα και ουσιαστική μείωση φόρων – δεν πρόκειται να ανοίξει στην καλύτερη περίπτωση πριν από το 2021.

 

Ξεκινώντας τον διάλογο για μια νέα, πλατιά, δημοκρατική αριστερά…


20 Αυγ. 2019

Ξεκινώντας τον διάλογο για μια νέα, πλατιά, δημοκρατική αριστερά…

Τι ΔΕΝ είναι ο διάλογος

για τη διεύρυνση του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.

Σε μια ουζοκατάνυξη μέχρι πρωίας στη Ραφήνα λίγο πριν τις πρώτες εκλογές του 2015, ειπώθηκαν πολλά για την απογείωση του ΠΑ.ΣΟ.Κ. τη δεκαετία του ’80… Περισσότερο απ’ όλα, όμως, εκείνο που τέθηκε στο τραπέζι ήταν η προσπάθεια ενός εκ των συνδαιτημόνων να αποσπάσει από μένα την πολιτική διεργασία μεταλλαγής του ΠΑ.ΣΟ.Κ. εκείνης της δεκαετίας από κόμμα κεντρώων πολιτικών παραγόντων σε ριζοσπαστικό κίνημα ευρείας λαϊκής βάσης, την οποία είχα ζήσει από πολύ κοντά. 

Για να τα πάρουμε με τη σειρά, ήμασταν 4 άτομα εκεί. Δεν αναφέρω τα ονόματά τους γιατί δεν γνωρίζω αν το επιθυμούν.  Την πρωτοβουλία της μάζωξης είχε ένας παλιός φίλος και σύντροφος, πρώην μέλος της Κ.Ε. του Κ.Κ.Ε., που είχε αποχωρήσει από το κόμμα με την κρίση διάσπασης του ενιαίου Συνασπισμού της Αριστεράς και της Προόδου τη δεκαετία του ’90. Ο ίδιος ήταν στενότατος συνεργάτης επιφανούς κυβερνητικού στελέχους (με χαρτοφυλάκιο) στις μετέπειτα κυβερνήσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αλλά έκτοτε δεν τον ξανάδα μέχρι και σήμερα. Από την αρχή ξεκαθάρισε στους υπόλοιπους ότι ενδιαφέροταν για το πολιτικό φαινόμενο ριζοσπαστικοποίησης και μαζικοποίησης του ΠΑ.ΣΟ.Κ.. Οι άλλοι δύο παρόντες φίλοι ήταν ένας συνάδελφος δημοσιογράφος, που έκανε και τις προσκλήσεις για τη μάζωξη κατά προτροπή του πρώτου, και ένας εξαιρετικός σύντροφος κυβερνητικό στέλεχος (όχι υπουργός) στον μεταγενέστερο δεύτερο κυβερνητικό γύρο του ΠΑ.ΣΟ.Κ..

Από τότε στελέχη του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. (μερίδα στελεχών του για την ακρίβεια) αναζητούσαν οργανωμενα και εξ επιλογής, λοιπόν, το πολιτικό «κλειδί» που ως και σήμερα ψάχνει το κόμμα αυτό. Υπήρχε επίγνωση ότι με τις περιθωριακές αναλύσεις, ιδέες και θέσεις που ως σήμερα σε μεγάλο βαθμό επικαθορίζουν την πολιτική του ταυτότητα, η διαδρομή θα ήταν σύντομη και θα περιοριζόταν σε μια εκλογική εκτίναξη εξ αντιμονιακής οργής, και όχι σε μια συμβολή πολιτικής αλλαγής του μεταδικατορικού κομματικού συστήματος, που κατέρεε λόγω της κρίσης.

Απ’ αυτήν την οπτική, η εκλογική ήττα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. πριν ενάμισι μήνα ερμηνεύει εν πολλοίς πολιτικά και τα αίτιά της. Η ανετοιμότητα του κόμματος της αριστεράς να καταστεί συνειδητά κίνημα πολιτικής αλλαγής απερχόμενου και φθαρμένου πολιτικού συστήματος, σε συνδυασμό με τη μεγάλη (αλλά πολιτικά μονοσήμαντη) προσπάθεια των κυβερνητικών στελεχών να δικαιώσουν τη διακυβέρνηση 2015-2019, οριοθετεί και την εμβέλεια του κυβερνητικού εγχειρήματος Τσίπρα.

Είναι αλήθεια, πως η μεγάλη προσπάθεια των κυβερνητικών στελεχών να δικαιώσουν τη διακυβέρνηση 2015-2019 πέτυχε τον σκοπό της. Ανεξαρτήτως της «ρηχής» αντιπολίτευσης Μητσοτάκη-Γεννηματά και τον πολιτικά άγονο αντισυριζισμό (που μόνο με ανανεωμένη εκδοχή του ακροδεξιού ιστορικού αντικομμουνισμού προσομοιάζει, επιβεβαιώνοντας την άγονη ιδεολογική επιστροφή της συντηρητικής παράταξης στο παρελθόν, αφού τίποτα νέο δεν μπορεί να παράγει), η διακυβέρνηση υπό τον Τσίπρα άφησε πίσω της μετρήσιμο, κρίσιμο, πολυεπίπεδο και ανανεωτικό (για την αποστεωμένη δημόσια διοίκηση) θετικό έργο! Μόνο φανατικοί πλέον δεν το διακρίνουν, εγκλωβισμένοι σε αφήγηματα μικροκομματικών πολιτικών ορίων.        

Παρ’ ό,τι, όμως, ευρύτατες λαϊκές δυνάμεις -ριζοσπαστικοποιημένες ή σε φάση  προϊούσας ριζοσπαστικοποίησης- έκαναν το σαφές νεύμα επικρότησης της προσπάθειας (αυτό δείχνει το 32%), ο περιορισμός του πολιτικού λόγου του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. στην «επικοινώνηση» του κυβερνητικού έργου του περιόρισε το εύρος του εγχειρήματος σε κλασσικές αποτιμήσεις των πραγμάτων μιας διακυβέρνησης. Ενώ το ζητουμένο ήταν η συνέχιση της διαδικασίας πολιτικής αλλαγής του απερχόμενου και φθαρμένου πολιτικού συστήματος. Ο ίδιος ο προεκλογικός λόγος του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.  αυτο-περιορίστηκε σε μια ανταλλαγή διαξιφισμών σχετικά με το αν ήταν καλή ή κακή η κυβέρνησή του, αφήνοντας αναπάντητο το ερώτημα της πολιτικής «συνέχειας» των επιζητούμενων από ευρείες λαϊκές δυνάμεις ανατροπών. Το θέμα δεν ήταν πλέον αν ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μπορούσε να κυβερνήσει και να κυβερνήσει καλά (αυτά είχαν απαντηθεί θετικά με την έκδηλη γελοιοποίηση της αντιπολιτευτικής ατζέντας Μητσοτάκη-Γεννηματά περί πρόσκρουσης στα «βράχια», που κατέπεσε απολύτως). Αντίθετα, με δεδομένη την ικανότητα διακυβέρνησης από μεριάς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. , το θέμα ήταν «ποιοι είναι οι επόμενοι πολιτικοί στόχοι» για την εμπέδωση και επέκταση της διαδικασίας αλλαγών, οι οποίες άναρχα, εν πολλοίς με αυθορμητισμό και χωρίς προγραμματική τεκμηρίωση είχαν ξεκινήσει το 2015. Επ’ αυτών, παγερή πολιτική σιωπή!

Η εξάντληση αυτού του σημείου στον προγραμματικό προεκλογικό λόγο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε  μια -αναγκαία κατά τα άλλα- υπόσχεση συνέχισης των κινήσεων εισοδηματικής αποκατάστασης των ασθενέστερων, ήταν πολιτικά άγονη (ως αυτονόητη εξέλιξη), και ταυτόχρονα εκγκλώβισε το κόμμα σε μια συζήτηση  για τη «διακυβέρνηση», όταν η κρίσιμη προστειθέμενη πολιτική αξία του κόμματος δεν ήταν (όπως εξήγησα) η ικανότητα διακυβέρνησης αλλά το σχέδιο συνέχισης των πολιτικών ανατροπών. Κι ακόμη, ο εγκλωβισμός του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. σε τέτοια ατζέντα, είχε δύο πρόσθετες κακές συνέπειες: α. έκανε την πολιτική ταυτότητα του κόμματος να φαίνεται ως εξαρτησιακά  συναρτώμενη με την κυβερνητική του πολιτική υπόσταση (ενοχλώντας προοδευτικούς πολίτες) και β. έκανε τη μνημονιακή πολιτική να εμφανίζεται ως μέρος της ιδεολογικοπολιτικής παραταξιακής του οντότητας, ενώ δεν ήταν.              

Δηλαδή, ο σκοπός διεύρυνσης της πολιτικής ατζέντας του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με προγραμματικές αναφορές συνέχισης των αλλαγών στο σώμα της μετα-μεταπολιτευτικής Ελλάδας, που πρωτίστως όφειλε να καταρτίσει και να διακινήσει η κομματική μηχανή, απέτυχε παταγωδώς (ουδέ καν επιχειρήθηκε κάτι σ’ αυτό πεδίο)  καθ’ όλην την περίοδο μετά την έξοδο από το μνημόνιο, με το κόμμα να αποτυγχάνει απολύτως στον δικό του ρόλο. Σε τέτοιο πλαίσιο, απολέστηκαν προοδευτικές δυνάμεις, είτε προς την «απελπισμένη αλλά συνεπή» ψήφο στον Βαρουφάκη και την παραδοσιακή αριστερά, είτε προς την αποχή (δηλαδή τη στάση επιφύλαξης, αφού τίποτα πολιτικά προγραμματικό δεν προσφέρθηκε από τον Τσίπρα για τα επόμενα).

Θα ήταν αυτές οι απώλειες που εντοπίζω εδώ αρκετές για να κερδίσει ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. τις εκλογές της 7ης Ιουλίου; Δεν το γνωρίζω ούτε και παρελθοντολογώ! Είτε έτσι είτε αλλιώς, όμως, το 32% αποδεικνύει ότι ήταν υπό προϋποθέσεις επιτεύξιμος στόχος.

(Σημ.: Σε μια συγκέντρωση που είχαμε στη «Γέφυρα» μετα τις ευρωεκλογές και εν αναμονή της κάλπης των γενικών εκλογών, ήμουν ο μόνος που υποστήριξα ότι το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών ήταν αντιστρέψιμο. Από τις αντιδράσεις των συντρόφων μου κατενόησα ότι δεν ήμουν απλά ο μόνος που το είπε αλλά ήμουν ο μόνος που και το πίστευε. Η αναφορά μου σ’ εκείνη τη συγκέντρωση της «Γέφυρας» στη μεγάλη «ψήφο διάχυσης» στις ευρωεκλογές, στην οποία πρότεινα ότι θα πρέπει να στοχεύσει  ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τις βουλευτικές εκλογές, δεν έγινε κατανοητή. Διεπίστωσα (εκ των υστέρων, με ωριμότερες σκέψεις) ότι εκείνο το σώμα  ψηφοφόρων της αποχής στις ευρωεκλογές, το οποίο εγώ ερμήνευα ως προϊόν πολιτικής αποστασιοποίησης προοδευτικών κοινών από τον κυβερνητισμό και την προγραμματική σιγή του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. για τη μεταμνημονιακή περίοδο, από τους άλλους συντρόφους μου ερμηνευόταν (αυτή ήταν τότε η προσέγγιση του συρμού) ως εκδήλωση «υποστηρικτικής κόπωσης» πολιτών που «προτίμησαν να πάνε για μπάνιο» αντί να πάνε ψηφίσουν Τσίπρα. Στην ίδια συγκέντρωση, προς τους συντρόφους που συνέβαλαν στην κατάρτιση και συγγραφή του κυβερνητικού προγράμματος για τις βουλευτικές εκλογές, είχα προτείνει να δώσουν έμφαση ακριβώς στον μεσοπρόθεσμο προγραμματικό εξωκυβερνητικό λόγο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., αντί για μια προεκλογική αντιπρόταση στη διακυβέρνηση της Ν.Δ. και του Μητσοτάκη. Ούτε αυτό συνέβη!)       

Σήμερα, που μετεκλογικά ανοίγει ξανά ο διάλογος για τη συνέχεια, με τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. απεγκωλβισμένο από τον προγραμματικό του «μονόλογο περί διακυβέρνησης», είναι ευκαιρία να λεχθούν αυτά από νωρίς. Παρά τις πιο πάνω αναφορές μου, πρέπει να πω πως διαφωνώ απολύτως με τις παρεμβάσεις που ήδη έχουν γίνει στο άνοιγμα αυτού του νέου γύρου διαλόγου για τον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. ως κεντρικού πόλου του ελληνικού προοδευτικού και αριστερού κινήματος, με στόχο την επίρριψη όλης της ευθύνης για την ήττα στην κομματική «μηχανή».       

Πρέπει  να πω πως διαφωνώ ακόμη και με τη συζήτηση περί των ευθυνών για την ήττα! Από τις πρώτες αναφορές διαπιστώνω ότι τέτοια συζήτηση και με ατζέντα την «ευθυνολογία» για την ήττα να επιρρίπτεται στην «κομματική μηχανή», δήθεν ως προϋπόθεσης για να συνεχιστεί ο διάλογος παρακάτω, είναι γεμάτος από σκοπιμότητες μικρές. Οι επιθέσεις κατά προσώπων και του κομματικού μηχανισμού, επ’ ευκαιρία αυτού του διαλόγου, με ανησυχούν, ως προς τις προθέσεις τους, παρ’ ό,τι γίνονται στο όνομα της ηγετικής υπογράμμισης του Τσίπρα.       

Μα, η ηγετική παρουσία του Τσίπρα είναι αυτονόητη! Το άνοιγμα τεχνηέντως μιας συζήτησης περί της δήθεν προβληματικής στην κομματική βάση για την ηγεσία Τσίπρα, και επί ανύπαρκτης βάσης τίθεται (καμιά εδραία αμφισβήτηση του Τσίπρα δεν υπάρχει στις οργανώσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.)  και αποπροσανατολίζει τη συζήτηση από το πραγματικό της περιεχόμενο, που δεν είναι άλλο από τον μεσοπρόθεσμο προγραμματικό λόγο του κόμματος για τις αναγκαίες συστημικές ανατροπές. Ένα νέο σώμα επίδοξων «ηρακλέων του στέμματος» (του Τσίπρα), με φιλοδοξία να εκτοπίσει την κομματική νομενκαλτούρα, κρύβεται ενδεχομένως πισω απ’ αυτόν τον αποπροσανατολισμό.

Από την άλλη, είναι αληθές ότι η διείσδυση συντηρητικών σοσιαλδημοκρατικών απόψεων στο διευρυντικό εγχείρημα του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. γεννά τον κίνδυνο υιοθέτησης μιας λογικής «πολιτικής τεχοκρατίας», που μεταφέρουν στο πολιτικό DNA τους πρώην πασόκοι (ακόμη και της «ριζοσπαστικής περιόδου» του Κινήματος). Είναι σαν να μπαίνουν αυτόκλητα στο παιγνίδι διεκδίκησης εσωκομματικής εξουσίας, διαβλέποντας ένα κυβερνητικό come back του ΣΥ.ΡΙΖ.Α., δυνάμεις χωρίς την αναγκαία δυναμική ανατροπών, που χρειάζεται η χώρα και αυτή η παράταξη. Αν τυχόν το διευρυντικό εγχείρημα στον ΣΥ.ΡΙΖ.Α. περιοριστεί στο «μοίρασμα εξουσίας» ενδοπαραταξιακά, θα υποτιμούνταν και τα αυθορμήτως ενεργοποιημένα κίνητρα των κοινών που ήρθαν στον ΣΥΡΙΖΑ από το 2012 και εντεύθεν.  Κοινά, που δεν ήρθαν για να διεκδικήσουν μέρισμα πολιτικής εξουσίας, αλλά για να διεκδικήσουν μέρισμα ρόλου εγγυοδοσίας για την προοδευτική ανασυγκρότηση της χώρας, την οποία η ΕΕ και η εγχώρια πολιτική συντήρηση έπληξε με τη μνημονιακή επιλογή, ως μεθόδου χειρισμού της κρίσης χρέους και των νομισματοπιστωτικών συνεπειών της. 

Έτσι, η πολιτική επιτυχία του διευρυντικού εγχειρήματος δεν είναι η ενσωμάτωση πεποιθήσεων που εντάχθηκαν στα πολιτικά κοινά του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Αντίθετα, είναι να μπορέσει το κόμμα να καταστεί καταλύτης ριζοσπαστικοποίησης και προσανατολισμού των ενεργοποιημένων από την κρίση μαζών σε κινηματική πολιτική βάση, ώστε να ανακοπεί ο νεο-μητσοτακισμός, να καταστεί η διακυβέρνησή του ένα «δεξιό πολιτικό διάλειμμα» και να επιστρέψει η χώρα σε τροχιά προοδευτικής ανασυγκρότησης υπό ανατρεπτικές αλλαγές, ακριβώς όπως ξεκίνησε η προσπάθεια την περίοδο 2015-2019.  

Λόρκα: Κάθε αληθινός ποιητής είναι επαναστάτης 

Λόρκα: Κάθε αληθινός ποιητής είναι επαναστάτης 

15:17 | 19 Αυγ. 2019 Τελευταία ανανέωση 15:50 | 19 Αυγ. 2019 

«Εγώ ποτέ δεν θα γίνω πολιτικός. Είμαι επαναστάτης, γιατί δεν υπάρχει αληθινός ποιητής που να μην είναι επαναστάτης», Φ. Γκ. Λόρκα (5 Ιουνίου 1898 – 19 Αυγούστου 1936). 

Ο Φεντερίκο ντελ Σαγράδο Κοραθόν ντε ΧεσούςΓκαρθία Λόρκα γεννήθηκε στις 5 Ιουνίου του 1898 στο χωριό Φουέντε Βακέρος της Γρανάδα. Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο της Γρανάδας φιλοσοφία και λογοτεχνία ενώ έλαβε πτυχίο Νομικής. Από το 1919 μετακομίζει στην Μαδρίτη και συχνάζει στη φοιτητική εστία (Residencia de Estudiantes) όπου γνωρίζει και αναπτύσσει φιλία με πολλούς από τους διανοούμενους και καλλιτέχνες της εποχής, όπως είναι ο Λουί Μπουνιουέλ, ο Σαλβαδόρ Νταλί κ.α. Τον επόμενο χρόνο ανεβαίνει στο σανίδι το έργο του «Μάγια της Πεταλούδας» και κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο με ποιήματα.

Το 1922 δημοσιεύεται το «Κάντε Χόντο» (Cante Jondo, παλιό λαϊκό είδος τραγουδιού, στο ύφος του φλαμένκο). Το 1925 διαβάζει στον Σαλβαδόρ Νταλί το θεατρικό του έργο «Μαριάνα Πινιέδα» ενώ το 1928 δημοσιεύει το «Ρομανθέρο Χιτάνο» , άλλη μια σημαντική ποιητική συλλογή του. Γράφει πλέον διαρκώς ενώ εκτός από το θέατρο, γράφει έργα και για κουκλοθέατρο, σχεδιάζει, ζωγραφίζει, δίνει διαλέξεις, γράφει εργασίες.

Το 1929, χάρη σε μια υποτροφία, επισκέπτεται τη Νέα Υόρκη των ΗΠΑ. Πρόκειται για ένα ταξίδι που σημάδεψε το έργο του. Εντυπωσιάζεται από τον αμερικάνικο τρόπο ζωής, την παντοδυναμία του χρήματος και την παντελή έλλειψη πνευματικής ζωής. «Το εντυπωσιακό για το κρύο και τη σκληρότητα είναι η Wall Street. Σε κανένα μέρος του κόσμου δε γίνεται αισθητή όπως εκεί η ολική απουσία του πνεύματος: περιφρούρηση της καθαρής επιστήμης και δαιμονιακός σεβασμός του παρόντος», γράφει ο ίδιος. Οι μόνες ευχάριστες εντυπώσεις που αποκομίζει είναι οι αφροαμερικανοί, το Χάρλεμ και η μουσική τζαζ. Καταγράφει τις εμπειρίες του από το ταξίδι στη συλλογή «Ο ποιητής στη Νέα Υόρκη».

Μέσα στα επόμενα χρόνια ταξιδεύει στην Κούβα, το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Σκωτία, σε πολλές χώρες της Λατινικής Αμερικής ενώ δημοσιεύονται έργα του που έμελε να μείνουν στην ιστορία του θεάτρου και της ποίησης, όπως η «Γέρμα», ο «Θρήνος για τον ΙγνάθιοΣάντσεθ Μεχίας» , ο «Ματωμένος Γάμος». Ταυτόχρονα ιδρύει τον θίασο «La Barraca» και ανεβάζει έργα κλασικών Ισπανών δραματουργών. Τελευταίο του έργο που δημοσιεύεται είναι «η Συλλογή του Ταμαρίτ».

Στις 16 Ιουλίου, μόλις τρεις μέρες πριν την έναρξη του Εμφυλίου, ο ποιητής φεύγει από τη Μαδρίτη για τη Γρανάδα, την πιο συντηρητική πόλη της Ανδαλουσίας. Η κοινωνικοπολιτική κατάσταση στη χώρα είναι πλέον εκρηκτική. Στις 19 του μήνα γίνεται αντικυβερνητική επανάσταση στη Γρανάδα (στις πρόσφατες εκλογές πρώτο είχε αναδειχθεί το Λαϊκό Κόμμα) και στις 3 Αυγούστου τουφεκίζεται από τους φαλαγγίτες ο κουνιάδος του και δήμαρχος της Γρανάδα, δρ. Μοντεσίνος. Ο Λόρκα καταφεύγει στο σπίτι του φίλου του Λουίς Ροσάλες, όπου συλλαμβάνεται τη νύχτα της 17ης Αυγούστου.

 Κρατείται επίσημα στο Κυβερνείο όλη τη μέρα και το βράδυ μεταφέρεται στο Βιθνάρ. Τουφεκίζεται από παραστρατιωτικούς του Φράνκο στις 19 Αυγούστου του 1936 και το πτώμα του σωριάζεται σε ομαδικό τάφο, μαζί με άλλα τρία θύματα της φασιστικής κτηνωδίας, ένα δάσκαλο και δυο αναρχικούς. Το όνομα του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα εμφανίζεται την επόμενη μέρα μεταξύ των εκτελεσμένων.

Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο Λόρκα εκτελέστηκε στο Αλφακάρ και πολλοί πίστευαν ότι είχε ταφεί στην περιοχή αυτή, μαζί με άλλους εκτελεσθέντες. Οι αρχές της Ανδαλουσίας διέταξαν το άνοιγμα του συγκεκριμένου τάφου, κατόπιν αιτήματος των οικογενειών των άλλων πέντε ανθρώπων που πιθανολογείτο ότι είχαν ταφεί εκεί. Από την ανασκαφή και την έρευνα που έγινε στο χώρο όμως δεν βρέθηκε τίποτα.

Το τέλος του πολέμου έφερε μαζί του και την «Συμφωνία για Λήθη», μια συμφωνία ανάμεσα στην κυβέρνηση και το στρατό, η οποία άνοιξε την πόρτα για τη Δημοκρατία με αντάλλαγμα γενική αμνηστία για το καθεστώς του Φράνκο. Πρόσφατα όμως εμφανίστηκαν ρωγμές στη συμφωνία. Η κυβέρνηση των σοσιαλιστών, το 2007, ψήφισε τον Νόμο της Ιστορικής Μνήμης, η οποία για πρώτη φορά αναγνώριζε επίσημα τα θύματα της δικτατορίας του Φράνκο. Ο νόμος επιτρέπει σε όποιον έχει αποδείξεις για ομαδικό τάφο να ζητήσει τη βοήθεια του κράτους για την εκταφή και την ταυτοποίηση των λειψάνων.

Τον Οκτώβριο του 2008, μετά από μια δεκαετία προσπαθειών από οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ισπανίας, ο δικαστής Μπαλτάσαρ Γκαρθόν διέταξε την εκταφή και αναγνώριση των θυμάτων από 19 ομαδικούς τάφους, μεταξύ των οποίων και αυτός όπου θεωρείται του Λόρκα. Ωστόσο, 73 χρόνια μετά το θάνατο του Λόρκα, η αντίσταση στην εκταφή της καταπιεσμένης μνήμης της χώρας παρέμενε ισχυρή. Μια εβδομάδα μετά την έκδοση της απόφασης του Γκαρθόν, ο ανώτατος εισαγγελέας της χώρας, Χαβιέρ Θαραγόθα, την αμφισβήτησε με το σκεπτικό ότι δεν ενέπιπτε στην αρμοδιότητα του Γκαρθόν η υπόθεση.

Ο δικαστής Γκαρθόν, πιθανόν φοβούμενος την περίπτωση σύμπνοιας του Ανώτατου Δικαστηρίου με τον Θαραγόθα, έστειλε την υπόθεση στα κατά τόπους δικαστήρια, επιχειρώντας έτσι να κρατήσει την υπόθεση ανοιχτή. Τελικά δόθηκε το «πράσινο φως» και η οικογένεια του Λόρκα που είχε αρχικά αντιρρήσεις, στο τέλος έδωσε τη συγκατάθεσή της και οι εργασίες ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2009. Αλλά δεν βρέθηκε τίποτε που να αποδεικνύει ότι εκεί είχε ταφεί ο συγγραφέας του «Ματωμένου γάμου».

 

Ήρθε η ώρα του Αλέξη Τσίπρα

Ήρθε η ώρα του Αλέξη Τσίπρα

Στην Κουμουνδούρου αναμένουν το στίγμα που θα δώσει ο Πρόεδρος του κόμματος στη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας, ώστε να σταματήσουν οι άγονες αντιπαραθέσεις και ο ιδιότυπος εμφύλιος στελεχών για τον μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ.

Βασίλης Σκουρής

20 Αυγούστου 2019 07:39 

Διαστάσεις λαμβάνει στο παρασκήνιο η αντιπαράθεση δυο απόψεων στην Κουμουνδούρου για τον μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ, όπως αυτές εκφράζονται από τον Γραμματέα της ΚΠΕ Πάνο Σκουρλέτη και τον Τομεάρχη Οικονομίας Νίκο Παππά και άλλα στελέχη, ενώ εντύπωση προκαλεί η “απουσία” από το διάλογο του Ευκλείδη Τσακαλώτου, του επικεφαλής της “Κίνησης 53+” και πρώτου κοινοβουλευτικού εκπροσώπου και Τομεάρχη Οικονομικών του κόμματος.

“Οι ανοιχτές, δημοκρατικές, συλλογικές διαδικασίες διαλόγου που έχει εμπεδώσει ο ΣΥΡΙΖΑ, είναι η απάντηση σε κάθε κακοπροαίρετη προσπάθεια καθορισμού των όρων της αναγκαίας συζήτησης που πρέπει να γίνει στο κόμμα για την πορεία του, τον ρόλο του στη νέα πολιτική φάση, τη διεύρυνση και την ισχυροποίησή του, με έμφαση στους μαζικούς χώρους” επεσήμανε ο Π. Σκουρλέτης, μιλώντας στην τηλεόραση του “Αντένα”, αποστέλλοντας ταυτόχρονα μήνυμα στο εσωτερικό του κόμματος: “Δεν πιστεύουμε σε ένα ακόμα μαζικό μεν, -βεβαίως πρέπει να είναι- αλλά ένα κόμμα οπαδών. Δεν θέλουμε followers. Θέλουμε μέλη τα οποία θα έχουν μια ουσιαστική σχέση με την πολιτική, να συνδιαμορφώνουν τα πράγματα και αυτό νομίζω ότι αποτελεί έναν κοινό τόπο”. Υπενθυμίζεται ότι παρέμβαση στον -μέσω ΜΜΕ προς το παρόν- εσωκομματικό διάλογο πραγματοποίησε την περασμένη Κυριακή, με συνέντευξή του στο “Έθνος”, και ο πρώην Πρόεδρος της Βουλής Νίκος Βούτσης, που κατέθεσε τις δικές του προτάσεις και τον προβληματισμό του για την επόμενη ημέρα του ΣΥΡΙΖΑ.

Ο Π. Σκουρλέτης, πάντως, παρασκηνιακά κατηγορείται από στελέχη της πλειοψηφίας ότι “υπονομεύει” -και μάλιστα από τη θέση του Γραμματέα- τη “γραμμή Τσίπρα” για το μετασχηματισμό του κόμματος, “εμποδίζοντας το άνοιγμα”. Παράλληλα, ο Γραμματέας του κόμματος δέχεται από αρθρογραφία “συγκεκριμένων κατευθύνσεων”- όπως συνηθίζουν να λένε στελέχη που γνωρίζουν τις απόψεις του- σφοδρές, ακόμα και προσωπικές επιθέσεις, με τον ίδιο, όπως αποκάλυψε χθες το news24/7, να σκοπεύει να θέσει το θέμα στην πρώτη (και κρίσιμη) συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας, ζητώντας προφανώς την στήριξη του θεσμικού οργάνου του κόμματος.

Στο κλίμα αυτό και με δεδομένο το “κενό παρεμβάσεων” που σε μεγάλο βαθμό παρατηρήθηκε το διάστημα των καλοκαιρινών διακοπών, λόγω ίσως και κακού σχεδιασμού παραμονής στελεχών στην Κουμουνδούρου καταλυτική θεωρείται η παρέμβαση του Αλέξη Τσίπρα.

Ο Πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ αναμένεται να ανοίξει -έως ένα βαθμό, όπως είναι φυσικό, καθώς θα πρέπει να ακούσει και να λάβει υπόψη του και τις απόψεις των στελεχών του κορυφαίου κομματικού οργάνου- στη συνεδρίαση της Πολιτικής Γραμματείας. Από τη συλλογικότητα, αλλά κυρίως -όπως εκτιμούν κορυφαία στελέχη- την αποφασιστικότητα που θα δείξει, θα εξαρτηθεί σε πολύ μεγάλο βαθμό η πορεία ανασυγκρότησης της Κουμουνδούρου, αλλά και το εάν η εσωστρέφεια θα υποκαταστήσει ή και θα υπονομεύσει την διαμόρφωση αντιπολιτευτικής στρατηγικής του κόμματος και, κυρίως, εάν ο ΣΥΡΙΖΑ υπό τη βάσανο του χρόνου μπορέσει να αρχίσει να διαμορφώνει εναλλακτική πρόταση προς την κυβερνητική γραμμή. Από αυτό, άλλωστε, θα κριθεί και η διαμόρφωση ή όχι σε βάθος χρόνου της επαναδιεκδίκησης της εξουσίας, πολύ περισσότερο καθώς το 31,5% των ψηφοφόρων είναι κατά κοινή ομολογία ένα υψηλό ποσοστό που δίνει ανάσα, αλλά δεν είναι ένα ποσοστό-κατώφλι, με “ιδιοκτησιακή σχέση” από την πλευρά του ΣΥΡΙΖΑ. Όπως δεν είναι για κανένα κόμμα, βεβαίως…